Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάμωμα

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

το καμώνω
κάμωμα[ν] και κάμουμα)
1. ενέργεια, έργο, πράξη
2. ίδρυση, κατασκευή, φτειάξιμο
3. (ιδίως στον πληθ.) τα καμώματα
τα κατορθώματα
νεοελλ.
1. (για καρπούς) ωρίμαση, γίνωμα, ωρίμασμα
2. (μτφ., στον πληθ.) τα καμώματα
α) πείσματα, νάζια, σκέρτσα, ερωτοτροπίες
β) προσποιητή άρνηση
μσν.
1. πλάσμα ανθρώπινο
2. λογοτεχνικό δημιούργημα
3. (κυρίως στον πληθ.) τὰ καμώματα
α) άπρεπη πράξη
β) γεγονός, συμβάν
4. ερωτική συνεύρεση
5. σοδειά, καρπός αγροτικής εργασίας
6. μισθός
7. πανηγύρι, γλέντι
8. διαπληκτισμός, τσάκωμα, καβγάς.