Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κέρατο

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

το (Μ κέρατον)
σκληρή απόφυση που αναπτύσσεται στο κεφάλι πολλών οπληφόρων θηλαστικών και έχει διάφορα σχήματα
νεοελλ.
1. μτφ. καθετί που προεξέχει αντιαισθητικά
2. πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση που φέρνει δυσκολίες
3. το φανταστικό σημάδι τών απατημένων συζύγων και εραστών, τών κερατάδων
4. φρ. α) «κέρατο βερνικωμένο»
i) ο πλούσιος ή αξιωματούχος ή αριστοκράτης κερατάς
ii) δύστροπος, πεισματάρης και τυραννικός άνθρωπος
β) «το 'κρύψε στού βοδιού το κέρατο» — το εξαφάνισε
γ) «φοράω κέρατα σε κάποιον» ή «βάζω κέρατα σε κάποιον» — κερατώνω, απατώ, κάνω κάποιον κερατά
δ) «(γαμώ) το κέρατό μου» — έκφραση αγανάκτησης
ε) «στού διαόλου το κέρατο» — σε πολύ απομακρυσμένο σημείο
στ) «τα κέρατά μου...» — υπερβολικά μεγάλη ποσότητα, μέχρις αηδίας («έφαγα τα κέρατά μου σήμερα»)
5. παροιμ. α) «δεν το λέει η γίδα, το λέει το κέρατο» — ο φόβος της τιμωρίας κάνει κάποιον να σιωπά
β) «του φτωχού το κέρατο στο κούτελο και του άρχοντα στο γόνατο» — η ατιμία τών φτωχών γίνεται αμέσως γνωστή ενώ τών πλουσίων συγκαλύπτεται
μσν.
φρ. α) «κάμνω κέρατα τοῦ ἀνδρός μου» — απατώ τον άνδρα μου
β) «μοῡ φυτρώνουν κέρατα στὴν αὐλή» — μέ απατά η γυναίκα μου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. κέρας.