Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κέρατο

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

το (Μ κέρατον)
σκληρή απόφυση που αναπτύσσεται στο κεφάλι πολλών οπληφόρων θηλαστικών και έχει διάφορα σχήματα
νεοελλ.
1. μτφ. καθετί που προεξέχει αντιαισθητικά
2. πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση που φέρνει δυσκολίες
3. το φανταστικό σημάδι τών απατημένων συζύγων και εραστών, τών κερατάδων
4. φρ. α) «κέρατο βερνικωμένο»
i) ο πλούσιος ή αξιωματούχος ή αριστοκράτης κερατάς
ii) δύστροπος, πεισματάρης και τυραννικός άνθρωπος
β) «το 'κρύψε στού βοδιού το κέρατο» — το εξαφάνισε
γ) «φοράω κέρατα σε κάποιον» ή «βάζω κέρατα σε κάποιον» — κερατώνω, απατώ, κάνω κάποιον κερατά
δ) «(γαμώ) το κέρατό μου» — έκφραση αγανάκτησης
ε) «στού διαόλου το κέρατο» — σε πολύ απομακρυσμένο σημείο
στ) «τα κέρατά μου...» — υπερβολικά μεγάλη ποσότητα, μέχρις αηδίας («έφαγα τα κέρατά μου σήμερα»)
5. παροιμ. α) «δεν το λέει η γίδα, το λέει το κέρατο» — ο φόβος της τιμωρίας κάνει κάποιον να σιωπά
β) «του φτωχού το κέρατο στο κούτελο και του άρχοντα στο γόνατο» — η ατιμία τών φτωχών γίνεται αμέσως γνωστή ενώ τών πλουσίων συγκαλύπτεται
μσν.
φρ. α) «κάμνω κέρατα τοῦ ἀνδρός μου» — απατώ τον άνδρα μου
β) «μοῡ φυτρώνουν κέρατα στὴν αὐλή» — μέ απατά η γυναίκα μου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. κέρας.