Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κολυμβητής

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: κολυμβητής Medium diacritics: κολυμβητής Low diacritics: κολυμβητής Capitals: ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ
Transliteration A: kolymbētḗs Transliteration B: kolymbētēs Transliteration C: kolymvitis Beta Code: kolumbhth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A diver, Th.4.26, Pl.Prt.350a, Arist.PA659a9, Sammelb.3747 (i B.C.), etc.    II one who draws water from a well, Hsch. (pl.).

German (Pape)

[Seite 1476] ὁ, der Taucher, Schwimmer; ἐςένεον δὲ καὶ κατὰ τὸν λιμένα κολυμβηταὶ ὕφυδροι Thuc. 4, 26; Mnaseas bei Ath. VII, 296 c; Arist. part. anim. 2, 16 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

κολυμβητής: -οῦ, ὁ, ὡς καὶ νῦν, Λατ. urinator, Θουκ. 4. 26, Πλάτ. Πρωτ. 350Α, Ἀριστ., κτλ.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
plongeur, nageur.
Étymologie: κόλυμβος.

Greek Monolingual

ο θηλ. -ήτρια (AM κολυμβητής) κολυμβώ
αυτός που κολυμπάει ή που ξέρει να κολυμπάει (α. «ένας δεινός κολυμβητής έσωσε το παιδάκι από βέβαιο πνιγμό» β. «χειμερινός κολυμβητής» γ. «κολυμβῶσι... οἱ κολυμβηταί... ὅτι ἐπίστανται», Πλάτ.)
νεοελλ.
1. αυτός που ασχολείται με την κολύμβηση ως άθλημα («οι κολυμβητές προπονούνται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες»)
2. φρ. «Δηλίου δεῑται κολυμβητοῦ» — για ειδήμονες ή ικανότατους ανθρώπους που απαιτούνται για τη λύση κάποιου προβλήματος
αρχ.
(κατά τον Ησύχ.) στον πληθ. οἱ κολυμβηταί
αυτοί που ανασύρουν από φρέατα κάδους με νερό.

Greek Monotonic

κολυμβητής: -οῦ, ὁ, κολυμβητής, σε Θουκ., Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

κολυμβητής: οῦ ὁ Plat., Thuc., Arst. = κολυμβητήρ.

Middle Liddell

κολυμβητής, οῦ, [from κόλυμβος
a diver, Thuc., Plat., etc.