Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαδαροκέφαλος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: μᾰδᾰροκέφᾰλος Medium diacritics: μαδαροκέφαλος Low diacritics: μαδαροκέφαλος Capitals: ΜΑΔΑΡΟΚΕΦΑΛΟΣ
Transliteration A: madaroképhalos Transliteration B: madarokephalos Transliteration C: madarokefalos Beta Code: madaroke/falos

English (LSJ)

ον,

   A bald-headed, Tz.H.7.851.

Greek (Liddell-Scott)

μᾰδαροκέφαλος: -ον, φαλακρός, Τζέτζ.

Greek Monolingual

-η, -ο (Μ μαδαροκέφαλος, -η, -ον)
αυτός που δεν έχει τρίχες στο κεφάλι του, φαλακρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μαδαρός + -κέφαλος (< κεφαλή), πρβλ. βου-κέφαλος, κυνο-κέφαλος.