Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαινίς

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μαινίς Medium diacritics: μαινίς Low diacritics: μαινίς Capitals: ΜΑΙΝΙΣ
Transliteration A: mainís Transliteration B: mainis Transliteration C: mainis Beta Code: maini/s

English (LSJ)

ἡ, gen. ίδος Ar.Ra. 985, but ῖδος Opp.H.1.108:—Dim. of μαίνη, freq. in Com., Ar. l.c., Philyll.27, etc., cf. Arist.HA607b10, Speus. ap. Ath.7.313a, Numen. ap.Ath.7.328d, Dsc.Eup.1.78, Ael.NA12.28, Alciphr.1.6.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

μαινίς: ἡ, γεν. ίδος [ῐ], ἀλλὰ ῖδος, Ὀππ. Ἁλ. 1. 108· - ὑποκορ. τοῦ μαίνη, μικρὰ μαίνη, συχνὸν παρὰ κωμ., ὡς Ἀριστοφ. Βάτρ. 985, πρβλ. Αἰλ. Ποικ. Ἱστ. 12. 21· κοινῶς ἡ μαινὶς λέγεται, μανόλι, καὶ ἀλλαχοῦ μαινοῦλα, ἴδε σημ. Κοραῆ εἰς Ξενοκρ. σελ. 84.

French (Bailly abrégé)

ίδος (ἡ) :
c. μαίνη.

Greek Monolingual

μαινίς, -ίδος και -ῑδος, ἡ (Α)
υποκορ. του μαίνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μαίνη + κατάλ. -ίς (πρβλ. κυαμ-ίς)].

Greek Monotonic

μαινίς: ἡ, γεν. -ίδος [ῐ], υποκορ. του μαίνη, μικρή ρέγγα, σε Αριστοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

μαινίς: ίδος (ῐδ) ἡ Arph., Arst. = μαίνη.

Middle Liddell

μαινίς, ίδος, ἡ,
a sprat, Ar., etc. [Dim. of μαίνη,]