Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μείουρος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek (Liddell-Scott)

μείουρος: -ον, (μεῖον οὐρὰ) μειούμενος πρὸς τὸ ἄκρον, πλάτος δὲ ἐξ εὐρείας τῆς κεφαλῆς μείουρος κάτεισιν ἔστε ἐπὶ τὴν οὐρὰν Αἰλ. π. Ζ. 15. 13· στίχοι μ. ἑξάμετροι ἐν οἷς ἡ πρώτη συλλαβὴ ἑνὸς ἢ δύο τῶν τελευταίων ποδῶν εἶναι βραχεῖα ἀντὶ μακρᾶς, Ἀθήν. 632· πρβλ· Ἡφαιστ. 183 Gaisf., Εὐστ. 900. 7 κἑξ., καὶ ἴδε μύουρος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qui a la queue écourtée ; raccourci, écourté en gén.
2 t. de rhét. qui se termine court.
Étymologie: μεῖον, οὐρά.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑM μείουρος, -ον)
1. αυτός που έχει κοντή ουρά, κοντό άκρο, κολοβωμένος
2. το αρσ. ως ουσ. ο μείουρος
(μετρ.) εξάμετρος στίχος στον οποίο η πρώτη συλλαβή ενός ή δύο τελευταίων ποδών είναι βραχεία αντί να είναι μακρά
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ μείουρον
α) το άκρο
β) η κορυφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μειο- + ουρά].

Russian (Dvoretsky)

μείουρος:
1) досл. с укороченным хвостом, перен. стих. усеченный, т. е. укороченный в конце на один слог или у которого последний слог краткий вместо долгого (στίχος Plut.);
2) рит. коротко обрывающийся (περίοδος Arst. - v. l. μύουρος).