Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μπετόν

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

και μπετό, το
άκλ.
1. δομικό υλικό από τσιμέντο, αμμοχάλικο και νερό, το σκυρόδεμα
2. μτφ. α) (για πρόσωπα) σκληρός, αλύγιστος
β) (για πράγματα) καθετί το ανθεκτικό
3. φρ. «μπετόν αρμέ» — σιδηροπαγές σκυρόδεμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. beton < λατ. bitumen «άσφαλτος» < pix «πίσσα» + tumens «οίδημα, φούσκωμα»].