Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεσκεπάζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

1. βγάζω το σκέπασμα, αφαιρώ το κάλυμμα (α. «μην ξεσκεπάζεις το παιδί το βράδυ, γιατί θα κρυώσει» β. «ξεσκέπασε την κατσαρόλα να δεις αν έγινε το φαγητό»)
2. (μέσ. και παθ.) ξεσκεπάζομαι
α) βγάζω από πάνω μου τα σκεπάσματα, τη σκεπή, το κάλυμμα
β) αποκαλύπτω τον εαυτό μου ή αποκαλύπτομαι από άλλον
3. μτφ. αποκαλύπτω, φανερώνω («κατόρθωσε να ξεσκεπάσει τη σκευωρία»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξ(ε)- + σκεπάζω.