Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οὔπως

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: οὔπως Medium diacritics: οὔπως Low diacritics: ούπως Capitals: ΟΥΠΩΣ
Transliteration A: oúpōs Transliteration B: oupōs Transliteration C: oypos Beta Code: ou)/pws

English (LSJ)

or οὔ πως, Ion. οὔκως Hdt.1.33:—Adv.

   A no-how, in no wise, not at all, giving the greatest possible strength to the negation, Il. 4.320, etc.; separated, οὐ μέν πως 2.203, 4.158, etc.

German (Pape)

[Seite 416] auf keine Weise, ganz u. gar nicht, oft bei Hom.

Greek (Liddell-Scott)

οὔπως: ἢ οὔ πως, Ἰων. οὔκως, ἐπίρρ., οὐδαμῶς, κατ’ οὐδένα τρόπον, οὐδόλως, ἐπιτεινομένης πλεῖστον ὅσον τῆς ἀρνήσεως, Ἰλ. Δ. 320, κλ.· διαιρούμενον διὰ παρεμπιπτούσης λέξεως, οὐ μέν πως, Β. 203., Δ. 158, κτλ.

French (Bailly abrégé)

adv.
en aucune façon, nullement.
Étymologie: οὐ, πῶς.

English (Autenrieth)

nohow, on no terms.

Greek Monolingual

οὔπως ή οὔ πως και ιων. τ. οὔκως (Α)
επίρρ. (επιτ. αρνήσεως) με κανέναν τρόπο, με τίποτε.

Greek Monotonic

οὔπως: ή οὔπως, Ιων. οὔκως, επίρρ., με κανένα τρόπο, ουδόλω, με τίποτε, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

οὔπως: ион. οὔκως adv. тж. раздельно никоим образом, решительно никак: ἀλλ᾽ οὔ. ἅμα πάντα θεοὶ δόσαν ἀνθρώποισιν Hom. но боги отнюдь (никогда) не давали людям все сразу; οὔ. κως ἤκουον Her. они и слышать не хотели.

Middle Liddell


οὔ πως, no-how, in no wise, not at all, Il., etc.