Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πῶς

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: πῶς Medium diacritics: πῶς Low diacritics: πως Capitals: ΠΩΣ
Transliteration A: pō̂s Transliteration B: pōs Transliteration C: pos Beta Code: pw=s

English (LSJ)

Ion. κῶς, interrog. Adv. of Manner,

   A how? Il.1.123, etc.; sts. to express displeasure, 4.26, S.OT391, Ph.1031, Tr.192; to express astonishment or doubt, π. εἶπας; A.Pers.798, S.El.407, etc.; π. λέγεις; Id.Ph.1407; π. φῄς; A.Ag.268, E.El.575; π. τοῦτ' ἔλεξας; A.Pers.793; π. τοῦτ' εἶπες αὖ; Pl.Plt.309c; also π. μὴ φῶμεν . .; surely we must, Id.Tht.161e.    b in dialogue, to ask explanation, with a repetition of a word used by the previous speaker, δίκαια— Answ. π. δίκαια; S.OC832; μὴ δίκαιος ὤν—Answ. π. μὴ δίκαιος; Id.Tr.412; συμβολάς—Answ. π. συμβολάς; Alex.143; πῶς alone, how so, π., ὅς γε . .; S.Ph.1386.    2 with a second interrog. in the same clause, π. ἐκ τίνος νεώς ποτε . . ἥκετε; how and by what ship . .? E.Hel.1543; τί τἀμὰ—π. ἔχει—θεσπίσματα; ib.873; π. τί τοῦτο λέγεις; how say you and what? Pl.Ti.22b, cf. Tht.146d, 208e, etc.    3 c. gen. modi, π. ἀγῶνος ἥκομεν; how are we come off in it? E.El. 751; π. ἔχει πλήθους ἐπισκοπεῖ Pl.Grg.451c.    4 with Verbs of selling, how? at what price? π. ὁ σῖτος ὤνιος; Ar.Ach.758, cf. Eq. 480; τὰ δ' ἄλφιθ' ὑμῖν π. ἐπώλουν;—Answ. τεττάρων δραχμῶν . . τὸν κόφινον Stratt.13.    II with other Particles, π. ἂν . .; π. κε (ν) . .; how possibly . .? π. ἂν ἔπειτ' ἀπὸ σεῖο . . λιποίμην οἶος; Il.9.437, cf. Od. 1.65, etc.; π. ἂν γένοιτ' ἂν . . ποδῶν ἔκμακτρον; E.El.534: so with indic., Il.22.202, E.Alc.96 (lyr.), etc.    b in Trag., π. ἄν c. opt. is freq. used to express a wish, O how might it be? i.e. would that it might . .! π. ἂν θάνοιμι; π. ἂν ὀλοίμην; etc., S.Aj.388 (lyr.), E.Supp. 796 (lyr.), cf. Hipp.208 (anap.), 345; rare in Com., Ar.Th.22 (a trace of this usage appears in Hom., Od.15.195): in later Prose, π. ἂν γένοιτο ἑσπέρα; LXX De.28.67; also with aor. subj. (without ἄν) , π. κοιμηθῶ; M.Ant.9.40; π. μή μοι μέγας λέων ἐπιφανῇ; Arr.Epict.4.10.10; with pres., π. μὴ χρῄζω; M.Ant.l.c.    2 π. ἄρα . .; in reply, how then? π. τ' ἄρ' ἴω . .; Il.18.188, cf. Od.3.22, h.Ap.19,207.    3 π. γὰρ . .; also in reply, as if something had gone before, [that cannot be], for how can . .? Il.1.123, Od.10.337, etc.; π. γὰρ κάτοιδα; S. Ph.250, cf. 1383; v. infr. 111.1.    4 π. δὲ . .; to introduce a strong objection, π. δὲ σὺ νῦν μέμονας, κύον ἀδδεές . .; Il.21.481, cf. Od.18.31; δόξει δὲ π.; A.Pr.261.    5 π. δή; how in the world? π. δὴ φῂς πολέμοιο μεθιέμεν; Il.4.351, cf. 18.364, A.Ag.543, etc.; also π. γὰρ δή . .; Od.16.70; π. δῆτα . .; A.Ag.622,1211, Ar.Nu.79, etc.    6 π. καὶ . .; just how . .? E.Hec.515, Ph.1354, etc.; π. δὲ καὶ . .; A.Pers. 721, v. καί B.6; but καὶ π…; to introduce an objection, E.Ph.1348, v. καί A. 11.2: hence καὶ π.; alone, but how? impossible! Pl.Alc.1.134c, Tht.163d, etc.    7 π. οὐ . .; how not so . .? i.e. surely it is so . ., π. οὐ δεινὰ εἴργασθε; Th.3.66, cf. Ar.Nu.398, D.18.273.    8 π. οὖν . .; like π. ἄρα; A.Supp.297,340, S.OT568, etc.; π. ἂν οὖν . . with opt., A.Pers.243, E.IT98.    9 π. ποτε . .; how ever . .? S.OT 1210 (lyr.), Ph.687 (lyr.).    III πῶς folld. by several of the abovenamed Particles is freq. used in elliptical sentences, as,    1 π. γάρ; inserted parenthet. in a negative sentence, for how is it possible? how can or could it be? hence in emphatic denial, κἀγὼ μὲν οὐκ ἔδρασα, τοῦτ' ἐπίσταμαι, οὐδ' αὖ σύ· π. γάρ; Id.El.911; οὐκ ἀπορῶν (π. γάρ;), ὅς γε . . D.18.312, cf. 21.217, Pl.Sph.263c, etc.; οὐδ' ἐπὶ τὴν ἑστίαν καταφυγών (π. γὰρ ἄν;), ὅστις . . Lys.1.27; π. γὰρ οὔ; how can it but be? i.e. it must be so, A.Ch.754, S.El.1307, Pl.Tht.160c, al.; π. γάρ; (sc. ἄλλως ἔχει) is so used in S.Aj.279.    2 π. δή; how so? A.Eu. 601, Ar.Nu.664, 673, etc.; π. δῆτα; Pl.Grg.469b; π. δαί; Ar.V. 1212.    3 π. δ' οὔ; like π. γὰρ οὔ; (v. supr. 1), Pl.Tht.153b, R. 457a; π. δ' οὐχί; S.OT1015, Ar.Pax 1027; parenthetically, S.OT 567; π. δ' οὐκ ἄν . .; A.Pr.759.    4 π. οὖν; how then? how next? E.Med.1376, Hipp.598, 1261, D.19.124; π. οὖν ἄν . .; X.Mem.1.2.64.    5 π. δοκεῖς; parenthet., in conversation, how think you? hence (losing all interrog. force),= λίαν, wonderfully, Ar.Pl.742, Nu.881, Ach.24; also π. οἴει σφόδρα Id.Ra.54; cf. δοκέω 1.2.    IV π. in indirect questions for ὅπως, A.Eu.677, S.Tr.991 (anap.), Ar.Eq. 614, X.Mem.1.2.36, etc.; ἐθαύμαζον ἂν π… ἔδεισαν IG12(3).174.28 (Cnidus, Epist.Aug.); ζητηθήσεται π. ὅτι καὶ τοῦτο ἀληθές ἐστι S.E. M.8.16.    V in exclamations, ὦ π. πονηρόν ἐστιν ἀνθρώπου φύσις τὸ σύνολον Philem.2; π. παραχρῆμα ἐξηράνθη . .! Ev.Matt.21.20; π. δυσκόλως . .! Ev.Marc.10.23.

German (Pape)

[Seite 828] ion. κῶς, adv. zu ποσ, wie? auf welche Art? von Hom. an überall; oft mit dem Ausdruck des Unwillens oder der Verwunderung, πῶς ἐθέλεις, Il. 4, 26; bes. πῶς γάρ, wobei man sich etwa einen Satz wie »das kann nicht geschehen!« ergänzen muß, denn wie sollte das –, πῶς γάρ τοι δώσουσι γέρας, Il. 1, 123, vgl. 10, 61 Od. 10, 337, u. sonst; – πῶς δή, Il. 4, 351. 18, 364, Tragg. u. sonst; – πῶς δῆτα, Plat. Gorg. 469 b; – πῶς γὰρ δή, Od. 16, 70; – πῶς δέ, Il. 21, 481; – πῶς ποτε, oft bei Attikern. – Auch mit doppelter Frage, πῶς τί –; Heindorf Plat. Hipp. mai. 297 e Soph. 261 e Theaet. 146 d; Bekker schreibt getrennt πῶς; τί; – ermäßigt, wie nur? wie wohl? πῶς ἄρα, Il. 18, 188 Od. 3, 22; – c. optat., Il. 11, 838; – πῶς ἄν od. κε, c. optat., Il. 9, 437. 10, 243. 14, 333. 17, 149 Od. 1, 65. 8, 352. 9, 351 u. sonst oft; – πῶς κεν, c. indic., Il. 22, 202. – Bei den Tragg. u. in der attischen Prosa enthält πῶς ἄν oft den Ausdruck eines bestimmten Wunsches, o wenn doch –, o möchte ich doch, utinam, πῶς ἂν θάνοιμι; wie wohl stürbe ich? wie wohl richtete ich es ein, zu sterben, d. i. o möchte ich doch sterben! Soph. Ai. 388; vgl. Phil. 794 O. R. 765; Valck. Eur. Hipp. 208. 345, u. s. dessen Diatr. p. 173 c, wie Markl. Eur. Suppl. 796, Schäf. Soph. O. C. 1100 u. Monk Eur. Hippol. 208. 345. Sp. brauchten so πῶς ohne ἄν mit dem conj., wie Arrian., vgl. Schäf, melet. p. 100. – Πῶς νῦν; wie nun? d. i. was meinst du nun dazu? Od. 18, 223. – Ost wird πῶς γάρ sowohl in einen längern Satz eingeschoben, als auch für sich nachgesetzt, um nachdrücklich zu verneinen, dennwie? wie wäre es auch möglich? d. i. keineswegs, mit nichten, Plat. Soph. 263 c Parm. 162 c u. oft, vgl. Valck. Phoen. 1614, Hemst. Luc. Tim. 2; sehr selten wie πῶς γὰρ οὔ bejahend, Soph. Ai. 279; vgl. Koen zu Greg. Cor. p. 144. Eben so wird auch καὶ πῶς, und wie? wie wäre es auch möglich? d. i. unmöglich, gebraucht, Plat. Theaet. 163 d Phil. 60 d u. sonst, vgl. Pors. Eur. Phoen. 1372; auch in bestimmt verneinenden Antworten, Plat. Alc. I, 134 c. So auch πῶς γὰρ ἄν; Plat. Soph. 237 c Parm. 149 e Euthyd. 284 a; καὶ πῶς ἄν; Theaet. 185 c Rep. I, 353 c. – Dagegen bejaht πῶς οὔ; πῶς γὰρ οὔ, nachdrücklich, wie nicht? wie sollte es nicht so sein? quidni? d. i. allerdings, freilich, natürlich, vgl. Plat. Polit. 309 e Parm. 162 c Gorg. 487 b; Dem. u. A.; – πῶς ἔχεις, c. gen., wie verhältst du dich in Beziehung darauf, z. B. πλήθους, τάχους, Plat. Gorg. 451 c; – πῶς δοκεῖς; lebhaft in den Satz eingeschoben, wie meinst du? wie glaubst du? d. i. sehr, vgl. Valck. Hipp. 446; Herm. Ar. Nubb. 878. – Sp. auch in indirecter Frage = ὅπως.

Greek (Liddell-Scott)

πῶς: Ἰωνι. κῶς; ἐρωτηματ. ἐπίρρ. τρόπου, ὡς καὶ νῦν, κατὰ ποῖον τρόπον, πῶς; Λατιν. qui? quomodo? εἶναι δὲ ἐν χρήσει ἐπὶ εὐθείας ἐρωτήσεως ὡς τὸ ὅπως ἐπὶ πλαγίας, Ὁμ., κλπ.· ἐνίοτε πρὸς ἔκφρασιν δυσαρεσκείας, Ἰλ. Δ. 26, Σοφ. Ο. Τ. 391, Φιλ. 1031, Τρ. 192· πρὸς ἔκφρασιν θαυμασμοῦ, ἐκπλήξεως ἢ ἀμφιβολίας, πῶς εἶπας; Αἰσχύλ. Πέρσ. 798, Σοφ. Ἠλ. 407, κτλ.· πῶς λέγεις; ὁ αὐτ. ἐν Φιλ. 1407· πῶς φής; Αἰσχύλ. Ἀγ. 268, κτλ.· πῶς ταῦτ’ ἔλεξας; ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 793· πῶς τοῦτ’ εἶπας αὖ; Πλάτ. Πολιτ. 309C· ὡσαύτως, πῶς μὴ φῶμεν...; = βεβαίως πρέπει νὰ εἴπωμεν, Πλάτ. Θεαίτ. 161Ε· - ἐν διαλόγῳ, ὅταν τις ζητῇ ἐξήγησιν, ἐπαναλαμβανομένης λέξεώς τινος, ᾗ ὁ πρότερον λαλήσας ἐχρήσατο, δίκαια - Ἀπόκρ. πῶς δίκαια; Σοφ. Ο. Κ. 832· μὴ δίκαιος ὢν - Ἀπόκρ. πῶς μὴ δίκαιος; ὁ αὐτ. ἐν Τρ. 412· συμβολὰς - Ἀπόκρ. πῶς συμβολάς; Ἄλεξις ἐν «Μανδραγόρᾳ» 4, κτλ.· ἰδὲ Cobet. N. LL. σ. 16. 2) μετὰ δευτέρας ἐρωτήσεως ἐν τῇ αὐτῇ προτάσει, πῶς ἐκ τίνος νεώς ποτε... ἥκετε; = πῶς καὶ μὲ τί πλοῖον...; Εὐρ. Ἑλλ. 1543, πρβλ. 873· πῶς τί τοῦτο λέγεις; πῶς λέγεις καὶ τί; Πλάτ. Τίμ. 22Β, πρβλ. Θεαίτ. 146D, 208Ε, κτλ.· - ἐν τοῖς τοιούτοις πολλοὶ ἐκδόται γράφουσι τὰς δύο ἐρωτήσεις χωριστά, - πῶς; τί τοῦτο λέγεις; καὶ τὰ ὅμοια. 3) μετὰ προσδιορισμοῦ κατὰ γεν. ὡς τὰ μόρια ὡς, ποῦ, κτλ., πῶς ἀγῶνος ἥκομεν; πῶς ἔχομεν δειχθῇ ἐν τῷ ἀγῶνι; Εὐρ. Ἠλ. 75· πῶς ἔχει πλήθους ἐπισκοπεῖ Πλάτ. Γοργ. 451C· ἴδε ἔχω Β. ΙΙ. 2. 4) μετὰ ῥημάτων σημαινόντων πώλησιν, εἰς ποίαν τιμήν; ὡς τὸ πόσου;: πῶς ὁ σῖτος ὤνιος; Ἀριστοφ. Ἀχ. 758, πρβλ. Ἱππ. 480· τὰ δ’ ἄλφιθ’ ὑμῖν πῶς ἐπώλουν;... Ἀπόκρ. τεττάρων δραχμῶν. τὸν κόφινον Στράττις ἐν «Κινησίᾳ» 1. 5) πῶς δοκεῖς; ἴδε δοκέω Ι. 2. ΙΙ. μετ’ ἄλλων μορίων, πῶς ἄν…; πῶς κε ἢ κεν...; πῶς ἀληθῶς; πῶς ἂν ἔπειτ’ ἀπὸ σεῖο... λιποίμην οἶος; Ἰλ. Ι. 437· πρβλ. Ὀδ. Α. 65, κτλ.· πῶς ἂν γένοιτ’ ἂν... ἔκμαρτον ποδῶν; Εὐρ. Ἠλ. 534· - οὕτω μεθ’ ὁριστ., Ἰλ. Χ. 202, Εὐρ. Ἄλκ. 97, κτλ. β) παρὰ Τραγ., πῶς ἂν μετ’ εὐκτ. τίθεται συχνάκις εἰς δήλωσιν ἐπιθυμίας, Λατ. O si...! O utinam...! πῶς ἂν θάνοιμι; πῶς ἂν ὀλοίμην; κτλ., Σοφ. Αἴ. 389, Εὐρ. Ἱκέτ. 796, Ἱππ. 209, 345, κ. ἀλλ.· σπάνιον παρὰ τοῖς κωμ., Ἀριστοφ. Θεσμ. 22· ἴχνος τι τῆς τοιαύτης χρήσεως εὕρηται παρ’ Ὁμ., Ὀδ. Ο. 195· - παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις τίθεται ἐπὶ τῆς σημασίας ταύτης μετὰ μέλλ. ἢ ἀορ. β΄ ὑποτακτ. ἄνευ τοῦ ἄν, Μᾶρκ. Ἀντωνῖν. 9. 40. 2) πῶς ἄρα...; ἐν ἀποκρίσει, πῶς λοιπόν; πῶς τ’ ἄρ’ ἴω...; Ἰλ. Σ. 188, Ὀδ. Γ. 22, κ. ἀλλ. 3) πῶς γάρ…; ὡσαύτως ἐν ἀποκρίσει, ὡς εἰ εἶχε προηγηθῆ τι [[[ὅπερ]] δὲν δύναται νὰ γίνῃ], διότι πῶς εἶναι δυνατόν...; Ἰλ. Α. 123, Ὀδ. Κ. 337, κτλ.· πῶς γὰρ κάτοιδα; Σοφ. Φιλ. 250, πρβλ. 1383· ἰδὲ κατωτ. ΙΙΙ. 1. 4) πῶς δέ...; εἰσάγει ἰσχυρὰν ἀντίρρησιν, πῶς δὲ σὺ νῦν μέμονας, κύον ἀδδεὲς…; Ἰλ. Φ. 481, πρβλ. Ὀδ. Σ. 31, Αἰσχύλ. Πρ. 41, 259. 5) πῶς δή; πῶς τῷ ὄντι; πῶς μὰ τὴν ἀλήθειαν; πῶς δὴ φὴς πολέμοιο μεθιέμεν; Ἰλ. Δ. 351, πρβλ. Σ. 364, Αἰσχύλ. Ἀγ. 543, κτλ.· - ὡσαύτως, πῶς γὰρ δή; Ὀδ. Π. 70· - πῶς δῆτα…; Αἰσχύλ. Ἀγ. 622, 1211, Ἀριστοφ. Νεφ. 79, κτλ.· - ἴδε κατωτ. ΙΙΙ. 2. 6) πῶς καὶ…; πῶς, εἰπέ μοι…; Εὐρ. Ἑκ. 515, Φοίν. 1354, κτλ.· πῶς δὲ καί…; Αἰσχύλ. Πέρσ. 721· - ἀλλὰ καὶ πῶς…; εἰσάγει ἀντίρρησιν, πρβλ. Πόρσ. εἰς Εὐρ. Φοιν. 1373, καὶ ἴδε ἐν λέξ. καὶ Α. ΙΙ. 2, Β. ΙΙ. 2· - ὅθεν τὸ καὶ πῶς; καθ’ ἑαυτό, = πῶς εἶναι δυνατόν; - ἀδύνατον! Πλάτ. Ἀλκ. 1. 134C, Θεαίτ. 163D, κτλ. 7) πῶς οὐ…; πῶς ὄχι; δηλ. βεβαίως οὕτως ἔχει, πῶς οὐ δεινὰ εἴργασθε; Θουκ. 3. 66, πρβλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 398, Δημ. 317, 12, κτλ.· ἴδε κατωτ. ΙΙΙ. 3· - πῶς μοι μὴ μέγας λέων ἐπιφανῇ; πῶς νὰ τὸ ἐμποδίσω νὰ μὴ φανῇ ἐμπρός μου μέγας λέων; Ἀρρ. Ἐπίκτ. 4. 10, 10. 8) πῶς οὖν...; ὡς τὸ πῶς ἄρα...; Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 297, 339, Σοφ. Ο. Τ. 568, κτλ.· οὕτω, πῶς ἂν οὖν…; μετ’ εὐκτ., Αἰσχύλ. Πέρσ. 243, Εὐρ. Ι. Τ. 98. 3) πῶς ποτε...; πῶς ἆρά γε; Σοφ. Ο. Τ. 1210. ΙΙΙ. τὸ πῶς μετά τινων ἐκ τῶν ἀνωτέρω μνημονευθέντων μορίων κεῖται πολλάκις ἐν διακεκομμέναις καὶ ἐλλειπτικαῖς προτάσεσιν, οἷον, 1) πῶς γάρ; παρεμβαλλόμενον παρενθετικῶς ἐν ἀρνητικῇ προτάσει σημαίνει, διότι πῶς εἶναι δυνατόν; πῶς δύναται ἢ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οὕτω; ὅθεν ἐπὶ ἐμφατικῆς ἀρνήσεως, κἀγὼ μὲν οὐκ ἔδρασα, τοῦτ’ ἐπίσταμαι, οὐδ’ αὖ σύ· πῶς γάρ; Σοφ. Ἠλ. 911· οὐκ ἀπορῶν (πῶς γάρ;), ὅς γε…, Δημ. 329. 15., 584. 2, πρβλ. Πλάτ. Σοφιστ. 263C, κτλ.· οὐδ’ ἐπὶ τὴν ἑστίαν καταφυγὼν (πῶς γὰρ ἂν;) ὅστις..., Λυσίας 94. 18· - ἐν ἀντιθ. πρὸς τοῦτο εἶναι τὸ πῶς γὰρ οὔ; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ οὕτω...; Λατιν. quidni? δηλ. οὕτω πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, Αἰσχύλ. Χο. 754. Σοφ. Ἠλ. 1307, Πλάτ. Θεαίτ. 160C, κ. ἀλλ.· ἔτι δὲ καὶ τὸ πῶς γάρ; φαίνεται ὅτι κεῖται ἐπὶ τοιαύτης ἐννοίας παρὰ Σοφ. Αἰ. 279, ἔνθα ἴδε Schäf., καὶ πρβλ. Koen εἰς Γρηγ. Κορίνθου σ. 144. 2) πῶς δή; πῶς λοιπόν; πῶς οὕτω; Αἰσχύλ. Εὐμ. 601, Ἀριστοφ. Νεφ. 664, 673, κτλ.· πῶς δῆτα; Πλάτ. Γοργ. 469Β. 3) πῶς δ’ οὔ; ὡς τὸ πῶς γὰρ οὔ; (ἴδε ἀνωτ. 1), Πλάτ. Θεαίτ. 153Β, Πολ. 457Β· πῶς δ’ οὐχί; Σοφ. Ο. Τ. 1015, Ἀριστοφ. Εἰρ. 1027· ἀλλὰ παρενθετικῶς, Σοφ. Ο. Τ. 567· - πῶς δ’ οὐκ ἄν…; Αἰσχύλ. Πρ. 759. 4) πῶς οὖν; πῶς λοιπόν; πῶς ἔπειτα; Εὐρ. Μήδ. 1376, Ἱππ. 598, 1261, Ξεν. Ἀπομν. 1. 2, 64, Δημ. 379. 15. 5) πῶς δοκεῖς; παρενθετικῶς ἐν διαλόγῳ, πῶς νομίζεις; καὶ (ἄνευ ἐρωτηματικῆς τινος ἐννοίας, = λίαν, Valk. εἰς Εὐρ. Ἱππ. 446, Br. εἰς Ἀριστοφ. Πλ. 742, Herm. εἰς Ἀριστοφ. Νεφ. 878, πρβλ. Ἀχ. 24· ὡσαύτως πῶς οἴει; Ἀριστοφ. Βάτρ. 54· πρβλ. δοκέω Ι. 2. IV. πῶς ἐν πλαγίαις ἐρωτήσεσιν ἀντὶ τοῦ ὅπως, Αἰσχύλ. Εὐμ. 677, Σοφ. Τρ. 991, Ἀριστοφ. Ἱππ. 613, Ξεν. Ἀπομν. 1. 2, 36, κτλ. V. κεῖται παρὰ τοῖς μεταγεν. ἐπὶ ἐπιφωνήσεων, πῶς παραχρῆμα ἐξηράνθη…! Εὐαγγ. κ. Μάτθ. κα΄, 20· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήμπτε ἔχοντες εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ εἰσελεύσονται! Εὐαγγ. κ. Μάρκ. ι΄, 23· πρβλ. τὸ μόριον ὡς Δ. 1.

French (Bailly abrégé)

adv. interr.
comment ? de quelle manière ?;
A. dans le disc. direct;
I. 1 comment ?;
2 qqf au sens de pourquoi ? πῶς οὖν οὐ καὶ σὺ παιδεύεις ; XÉN comment, càd pourquoi n’enseignes-tu pas aussi ? avec l’expression de l’étonnement, particul. dans la locut. πῶς εἶπας ; comment dis-tu ? qu’est-ce ? entends-je bien ? ou que dis-tu là ! de même : πῶς λέγεις ; πῶς φῇς ; πῶς ταῦτ’ ἔλεξας ;;
II. joint à des particules;
1 πῶς ἄν, épq. πῶς κε (κεν) : πῶς κ’ ἔοι ; IL comment serait-ce ? quel air cela aurait-il ? pour exprimer un souhait : πῶς ἂν θάνοιμι ; SOPH comment pourrais-je être mort ? càd ô puissé-je mourir ! ô si seulement j’étais mort !;
2 πῶς γάρ ; comment donc ? comment cela ? d’ordin. en un sens nég. (s.-e. « cela ne peut pas arriver ») : πῶς γάρ τοι δώσουσι γέρας Ἀχαιοί ; IL comment donc les Achéens te feront-ils un présent ? πῶς γὰρ κάτοιδα ; SOPH comment pourrais-je donc te connaître ? abs. πῶς γάρ ; comment donc ? comment cela ? d’ord. avec idée d’invraisemblance ou d’impossibilité κἀγὼ μὲν οὐκ ἔδρασα, οὐδ’ αὖ σύ· πῶς γάρ ; SOPH pour moi je ne l’ai pas fait, ni toi non plus - comment cela se pourrait-il en effet ?;
3 πῶς δέ ; mais comment ? particul. avec idée de colère, de dépit, etc. πῶς δὲ σὺ νῦν μέμονας ; IL mais comment as-tu donc pu oser !;
4 πῶς δή ; comment donc ? comment en vérité ? πῶς δῆτα ; m. sign.
5 καὶ πῶς ; et comment ? pour marquer l’impatience, d’ord. avec idée de nég.
6 πῶς νῦν ; comment maintenant ? que penses-tu maintenant de cela ?;
7 πῶς οὔ ; ou πῶς οὐχί ; comment ne pas ? comment ne serait-ce pas ainsi (lat. quidni) ? ; πῶς οὐ δεινὰ εἴργασθε ; THC comment n’avez-vous pas commis là une action affreuse ? càd comment pouvez-vous prétendre que vous n’avez pas commis ? πῶς οὐκ ἀδικεῖς ; DÉM litt. comment n’as-tu pas tort ? càd tu as tort sans aucun doute ; abs. πῶς δ’ οὔ ; comment donc ne pas ? pourquoi pas ? πῶς δ’ οὐχί ; πῶς γὰρ οὔ ; m. sign.
8 πῶς οὖν ; comment maintenant, comment donc ?;
9 πῶς ποτε ; comment donc enfin ? πῶς τε ; comment cependant ?;
B. dans le disc. indir. comment : μένω ἀκοῦσαι πῶς ἀγὼν κριθήσεται ESCHL je reste pour savoir comment se décidera la lutte.
Étymologie: adv. de *πός.

English (Autenrieth)

interrog. adv., how? in what way? Also with merely exclamatory effect, Od. 10.337. Combined, πῶς γάρ, πῶς δή, πῶς τ' ἄρα, etc.

English (Slater)


   1 how
   a introducing dir. quest. ἐπεὶ ἀντίον πῶς ἂν τριόδοντος Ἡρακλέης σκύταλον τίναξε χερσίν; (v. Headlam-Knox on Herondas, 2. 72) (O. 9.30)
   b introducing indir. quest. αἰδέομαι μέγα εἰπεῖν ἐν δίκᾳ τε μὴ κεκινδυνευμένον, πῶς δὴ λίπον εὐκλέα νᾶσον (N. 5.15)

English (Abbott-Smith)

πῶς, interrog. adv., correl. of ὅπως,
1.prop., in direct questions, how?: c. indic., Mt 12:29, Mk 3:23, Lk 11:18, Jo 3:4, al.; καὶ π., Mk 4:13, Lk 20:44; π. οὖν, Mt 12:26; π. οὐ, Mt 16:11, Lk 12:56; in deliberative questions (cf. Bl., §64, 6), c. subjc., Mt 23:33 26:54; π. οὖν, Ro 10:14; π. δέ, Ro 10:14, 15; seq. ἄν, c. optat., Ac 8:31.
2.As sometimes in cl. but more freq. and increasingly so in late writers (v. WM, §57, 2; Bl., §70, 2; Thumb, MGr., 192; Jannaris, Gr., App., vi, 13f.), = ὅπως, ὥς;
(a)in indirect discourse: c. indic., Mt 6:28, Mk 12:41, Lk 8:36, Jo 9:15, Ac 9:27, al.; c. subjc., Mk 11:18, Lk 12:11;
(b)in exclamations: Mt 21:20, Mk 10:23, 24 Lk 12:50 18:24, Jo 11:36.

English (Strong)

adverb from the base of ποῦ; an interrogative particle of manner; in what way? (sometimes the question is indirect, how?); also as exclamation, how much!: how, after (by) what manner (means), that. (Occasionally unexpressed in English).

English (Thayer)

(from the obsolete ΠΟΣ, whence ποῦ, ποῖ, etc. (cf. Curtius, § 631)), adverb (from Homer down); I. in interrogation; how? in what way? — in a direct question, followed by a. the indicative, it is the expression α. of one seeking information and desiring to be taught: Winer's Grammar, 266 (250)); πῶς οὖν, Tdf. (but L WH brackets οὖν), β. of one about to controvert another, and emphatically deny that the thing inquired about has happened or been done: καί πῶς, L text Tr WH omit καί); πῶς οὖν, R G; πῶς δέ, R G L marginal reading, 14 b R G T, 15 R G (on this see in b. below). where something is asserted and an affirmative answer is expected, πῶς οὐχί is used: γ. of surprise, intimating that what has been done or is said could not have been done or said, or not rightly done or said — being equivalent to how is it, or how has it come to pass, that etc.: G L T Tr WH; πῶς λέγεις, λέγουσι, κτλ., καί πῶς, καί πῶς σύ λέγεις, L T WH omit; Tr brackets καί); πῶς οὖν, T WH Tr text πῶς νῦν); πῶς οὐ, how is it that ... not, why not? R G L marginal reading; <ERROR/BIBLE: R G T); Isaiah , how that can be done which ought to be done): πῶς πληρωθῶσιν αἱ γραφαί, how are the Scriptures (which ought to be fulfilled) to be fulfilled? πῶς φύγητε, how shall ye (who wish to escape) escape etc. πῶς οὖν, L T Tr WH; πῶς δέ, L text T Tr WH; 14{b} L Tr WH; 15 L T Tr WH (Romans , vol. ii., 405f c. followed by ἄν with the optative: πῶς γάρ ἄν δυναίμην; ἄν, III., p. 34 b). II. By a somewhat negligent use, occasionally met with, even in Attic writings, but more frequent in later authors, πῶς is found in indirect discourse, where regularly ὅπως ought to have stood; cf. Winer s Grammar, § 57,2at the end; (Liddell and Scott, under the word, IV.).
a. with the indicative — present: τό πῶς (on the article see ὁ, II:10a.); with the imperfect Tr WH brackets πῶς); ἀναγινώσκειν, T Tr WH; how it came to pass that, etc. μέριμνα, πῶς ἀρέσει (because the direct question would be πῶς ἀρέσω;), L T Tr WH ἀρέσῃ); ἐζήτουν πῶς αὐτόν ἀπολέσουσιν, how they shall destroy him (so that they were in no uncertainty respecting his destruction, but were only deliberating about the way in which they will accomplish it), R G (but the more correct reading here, according to the best manuscripts, including codex Siniaticus, is ἀπολέσωσιν 'how they should destroy him' (cf. Winer s Grammar, § 41b. 4b.; Buttmann, § 139,61; see the next entry)).
b. with the subjunctive, of the aorist and in deliberation: L T Tr WH; R G); τό πῶς, III. in exclamation, how: πῶς δύσκολόν ἐστιν, πῶς παραχρῆμα, πῶς δυσκόλως, how (greatly): πῶς συνέχομαι, πῶς ἐφίλει αὐτόν, John 11:36.

Greek Monotonic

πῶς: Ιων. κῶς; I. 1. ερωτημ. επίρρ. του τρόπου, πώς; με ποιο τρόπο ή τέχνασμα; Λατ. qui? quomodo? χρησιμ. στις ευθείες ερωτήσεις όπως το ὅπως στις πλάγιες, σε Όμηρ. κ.λπ.· με δεύτερη ερώτηση στην ίδια πρόταση, πῶς ἐκ τίνος νεώς... ἥκετε; πώς και με ποιο πλοίο ήρθατε; σε Ευρ.· με γεν., πῶς ἀγῶνος ἥκομεν; πώς έχουμε φτάσει στον αγώνα; στον ίδ.
2. με ρήματα που σημαίνουν πώληση, πόσο; σε ποια τιμή; πῶςσῖτος ὤνιος; σε Αριστοφ.
3. πῶς δοκεῖς; βλ. δοκέω I. 2.
II. 1. με άλλα μόρια, πῶς ἄν...; Επικ., πῶς κε ή κεν...; πώς αλήθεια;, σε Όμηρ., Ευρ.· σε Τραγ., πῶςἄν με ευκτ. εκφράζει ευχή, επιθυμία, πώς μπορεί να γίνει, δηλ. πώς θα μπορούσε να είναι...! Λατ. O sI..! O utinam...! πῶς ἂν θάνοιμι; πῶς ἂν ὀλοίμην; κ.λπ.
2. πῶς ἄρα...; σε απάντηση, πώς λοιπόν; σε Όμηρ.
3. πῶς γάρ...; επίσης σε απάντηση, σαν κάτι να έχει προηγηθεί (που όμως δεν μπορεί να γίνει), διότι πώς είναι δυνατόν...; στον ίδ., Σοφ.
4. πῶς δή; πώς μα την αλήθεια; σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· επίσης, πῶς γὰρ δή; σε Ομήρ. Οδ.· πῶς δῆτα...; σε Αισχύλ. κ.λπ.
5. καὶ πῶς...; για να δηλώσει αντίρρηση, πώς μπορεί να είναι, να συμβαίνει ακόμα; σε Αττ.
6. πῶς οὐ... πώς όχι...; δηλ. βέβαια είναι έτσι..., σε Θουκ. κ.λπ.
7. πῶς οὖν...; όπως πῶς ἄρα..., σε Αισχύλ. κ.λπ.
8. πῶς ποτε...; πώς άραγε...; σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

πῶς: ион. κῶς adv. interr. et relat.
1) как, каким образом: π. λέγεις (тж. φῇς, εἶπας, ἔλεξας); Trag. как ты говоришь (сказал)?; π. δοκεῖς; Plat. как ты полагаешь?; π. τί τοῦτο λέγεις; Plat. что хочешь ты этим сказать?; π. γὰρ κάτοιδα; Soph. откуда же мне знать (его)?; π. δῆτα; Plat. каким же это образом?, как так?; π. καὶ πέπρακται; Eur. как же (это) произошло?; π. δ᾽ οὔ, тж. π. γὰρ οὔ или π. δ᾽ οὐχί; Plat., Soph. как же нет?, т. е. конечно!, еще бы!; π. γάρ; Plat. как же так?, т. е. никак, нисколько, никоим образом; π. πρὸς ἄλληλα τάχους ἔχει Plat. (астрономия изучает), каковы скорости (небесных тел) по отношению друг к другу;
2) как бы, в знач. о если бы: π. ἂν μόλοι δῆτα! Soph. если бы он пришел!; π. ἂν θάνοιμι! Soph. поскорее бы мне умереть! (слова Эанта);
3) как дорого, почем: π. ὁ σῖτος ὤνιος; Arph. почем продается хлеб?

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πῶς, Ion. κῶς [~ πο-] adv. interrog.; hoe? adv. van wijze hoe? op welke manier?:; ὃς δ ’ ἂν ἡμῖν ἄξιος φιλίας δοκῇ εἶναι, πῶς χρὴ φίλον τοῦτον ποιεῖσθαι; als iemand ons vriendschap waard lijkt te zijn, hoe moeten we die man dan tot onze vriend maken? Xen. Mem. 2.6.8; πῶς δοκεῖς; hoe denk je erover? Plat. Plt. 309c; πρὸς τόδε πῶς ἔχεις hoe sta je hier tegenover? Plat. Parm. 131e; met ander vraagwoord (elk met volle betekenis); πῶς ἐκ τίνος νεώς... ἥκετε; hoe en met welk schip zijn jullie gekomen? Eur. Hel. 1543 ( vgl. 2. b.); hoe duur?:. πῶς ὁ σῖτος ὤνιος; voor hoeveel is het graan te koop? Aristoph. Ach. 758. adv. in vragen die oordeel of houding van spreker impliceren in ret. vraag; de spreker denkt dat iets onmogelijk is hoe (dan wel)?:; πῶς γάρ τοι δώσουσιν γέρας μεγάθυμοι Ἀχαιοί; hoe kunnen de fiere Achaeers jou dan wel een eergeschenk geven? Il. 1.123; om verbazing of woede uit te drukken over inhoud v. d. rest v. d. zin: hoezo?, hoe kan het dat?:; πῶς ἐθέλεις ἅλιον θεῖναι; hoe kun je dat nu ongedaan willen maken? Il. 4.26; πῶς παραχρῆμα ἐξηράνθη ἡ συκῆ; hoe kan het dat die vijgenboom zo plotseling verdorde? NT Mt. 21.20; waarom?:. πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι; waarom begrijpen jullie nu niet dat...? NT Mt. 16.11. m. n. bij werkw. van ‘zeggen’ om verbazing of onbegrip uit te drukken over woorden van de ander: hoe?:; πῶς τοῦτ ’ ἔλεξας; hoe bedoelde je dat? Aeschl. Pers. 793; πῶς φῄς; wat zeg je me nu? Aeschl. Ag. 268; πῶς εἶπας; hoe bedoel je? Aeschl. Pers. 798; πῶς δύνασαι λέγειν...; hoe kun je nu zeggen...? NT Luc. 6.42; πῶς λέγουσιν οἱ γραμματεῖς ὅτι...; hoe kunnen de schriftgeleerden beweren dat...? NT Marc. 12.35; met vraagwoord. τί (redundant) πῶς τί τοῦτο λέγεις; hoe bedoel je dat? Plat. Tim. 22b. speciaal in vraag naar verklaring van specifiek woordgebruik van de ander hoezo?:. πῶς δίκαια; hoezo ‘rechtvaardig’? Soph. OC 832; πῶς μὴ δίκαιος; hoezo niet ‘rechtvaardig’? Soph. Tr. 412. markeert inhoud van de eigen (voorafgaande) uitspraak als zeer opmerkelijk, kom. vaste uitdr. πῶς δοκεῖς ( lett. ‘hoe denk je wel?’ ‘stel je voor hoe’) dat geloof je niet!, ongelofelijk!:. ὠστιοῦνται πῶς δοκεῖς zij zullen elkaar verdringen, ongelofelijk! Aristoph. Ach. 24; πῶς οἴει σφόδρα ongelofelijk hevig Aristoph. Ran. 54. met partikels en voegw. πῶς ἄν ( ep. πῶς κε ) in ret. vraag, met opt. pot. hoe?:; πῶς ἂν... λιποίμην οἶος hoe zou ik dan hier alleen achter kunnen blijven? Il. 9.437; met opt. in vraag die wens uitdrukt (‘hoe zou... kunnen?’ > ‘kon... maar’); πῶς ἄν... θάνοιμι; kon ik maar sterven Soph. Ai. 388; πῶς ἂν μόλοι δῆθ ’...; kan hij misschien terugkomen? Soph. OT 765; πῶς ἂν οὖν... ἐξεύροιμ ’ ὅπως...; ach, kon ik maar uitvinden, hoe...? Aristoph. Th. 22; met indic. van hist. tijd in irrealis. πῶς δέ κεν Ἕκτωρ Κῆρας ὑπεξέφυγεν θανάτοιο; hoe had Hektor aan het doodslot kunnen ontsnappen? Il. 22.202. πῶς γάρ in antwoord hoe dan wel?, natuurlijk niet:; - οὐ γὰρ οἶσθά με...; - πῶς γὰρ κάτοιδ ’ ὅν γ ’ εἶδον οὐδεπώποτε – ken je me niet? – hoe moet ik iemand kennen die ik nog nooit gezien heb? Soph. Ph. 250; - κἀγὼ μὲν οὐκ ἔδρασα... οὐδ ’ αὖ σύ. - πῶς γάρ; - ik heb het niet gedaan, en jij ook niet. - natuurlijk niet! Soph. El. 911; πῶς γὰρ ἄν; hoe kon hij ook! Lys. 1.27; πῶς γὰρ οὔ; hoe dan niet?, natuurlijk (wel)!, ja natuurlijk!:; - οὕτω σοι δοκεῖ ἔχειν...; - πῶς γὰρ οὔ; -denk je dat het zo zit? – ja, natuurlijk! Plat. Grg. 469a; zie ook 3.e. πῶς δή;, πῶς δῆτα; of πῶς δαί; hoe dan? hoe in hemelsnaam?. πῶς καί hoe dan wel?:; πῶς καὶ πέπρακται... φόνος; hoe is hun dood dan wel tot stand gekomen? Eur. Phoen. 1354; καὶ πῶς en hoe dan?; καὶ πῶς σιωπῶ; en hoe kan ik dan zwijgen? Eur. Or. 1025; abs.. καὶ πῶς; onmogelijk! Plat. Tht. 163d. πῶς οὐ hoe niet?, m. n. in ret. vragen natuurlijk wel:; πῶς οὐ δεινὰ εἴργασθε; hoe kunnen jullie volhouden geen wandaden te hebben begaan? Thuc. 3.66.2 ( vgl. 2.b.); πῶς οὐ μεγάλης ἄξιος ἦν τιμῆς; natuurlijk was hij grote eer waardig Xen. Mem. 1.2.64; abs. πῶς δ’ οὔ; natuurlijk wel = πῶς γὰρ οὔ; (zie 3.b.) = πῶς δ’ οὐκ ἄν;. πῶς οὖν hoe dan?; πῶς οὖν τόθ ’ οὗτος... οὐκ ηὖδα τάδε; hoe kwam het dan dat hij toen dit niet vertelde? Soph. OT 568; abs.. πῶς οὖν hoe nu? Eur. Med. 1376. πῶς ποτέ hoe... ooit.? πῶς ποθ ’... φέρειν... σῖγ ’ ἐδυνάθησαν ἐς τοσόνδε; hoe hebben zij (jou) ooit zo lang in stilte kunnen dragen? Soph. OT 1211. interrog. indir., in plaats van ὅπως hoe (als adv. v. wijze, vgl. 1):. μένω δ ’ ἀκοῦσαι πῶς ἀγὼν κριθήσεται ik blijf om te horen hoe de zaak gevonnist zal worden Aeschl. Eum. 677; ἵνα... κατάδηλον γένηται πῶς βιωτέον opdat het duidelijk wordt hoe men moet leven Plat. Grg. 492d5. uitroep in plaats van ὡς hoe! hoezeer!; met adj. en adv..; πῶς δυσκόλως met hoeveel moeite NT Marc. 10.23; met werkw.. ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν zie, hoezeer hij van hem hield! NT Io. 11.36.

Frisk Etymological English

Grammatical information: interr. adv
Meaning: how?, πως indef. somehow (Il.), Ion. κῶς, κως (Hdt. a. o.).
Origin: IE [Indo-European] [644] *kʷo- which?
Etymology: Frozen ablative from pronominalstem πο-, Ion. κο- from IE *kʷo-; s. πόθεν and 1. ὡς.

Middle Liddell


I. interrog. adv. of manner, how? in what way or manner? Lat. qui? quomodo? used in direct questions, as ὅπως in indirect, Hom., etc.:—with a second interrog. in the same clause, πῶς ἐκ τίνος νεὼς . . ἥκετε; how and by what ship came ye? Eur.:—c. gen., πῶς ἀγῶνος ἥκομεν; how are we come off in it? Eur.
2. with Verbs of selling, how? at what price? πῶς ὁ σῖτος ὤνιος; Ar.
3. πῶς δοκεῖς; v. δοκέω 1. 2.
II. with other Particles, πῶς ἂν. . ; epic πῶς κε or κεν . . ; how possibly . . ? Hom., Eur.: —in Trag., πῶς ἄν with opt. expresses a wish, O how might it be? i. e. would that it were . . ! Lat. O si . . ! O utinam . . ! πῶς ἂν θάνοιμι; πῶς ἂν ὀλοίμην, etc.
2. πῶς ἄρα . . ; in reply, how then . . ? Hom.
3. πῶς γὰρ . . ; also in reply, as if something had gone before, that cannot be], for how can . . ? Hom., Soph.
4. πῶς δή; how in the world? Il., etc.:—also, πῶς γὰρ δή; Od.; πῶς δῆτα . . ; Aesch., etc.
5. καὶ πῶς . . ; to introduce an objection, yet how can it be? attic
6. πῶς οὐ . . ; how not so . . ; ? i. e. surely it is so . . , Thuc., etc.
7. πῶς οὖν. . ; like πῶς ἄρα . . ; Aesch., etc.
8. πῶς ποτε . . ; how ever . . ? Soph.
2 [not enclitic]
in a certain way, opp. to ἁπλῶς, Arist.

Frisk Etymology German

πῶς: {pō̃s}
Grammar: Interr.
Meaning: ‘wie?’, πως Indef. irgendwie (seit Il.), ion. κῶς, κως (Hdt. u. a.).
Etymology : Erstarrter Ablativ vom Pronominalstamm πο-, ion. κο- aus idg. *qʷo-; s. πόθεν und 1. ὡς.
Page 2,635

Chinese

原文音譯:pîj 坡士
詞類次數:副詞(103)
原文字根:?正如(?用何法)
字義溯源:用何法,怎,怎樣,怎麼,怎能,如何,何等的,法子,豈,豈可,何況,焉能;源自(ποῦ)=如何),而 (ποῦ)出自(πορφυρόπωλις)X*=有些,甚麼)。這字的使用有三方面:
1)直接詢問 2)簡接詢問 3)感嘆,或呼喊
出現次數:總共(104);太(14);可(15);路(16);約(20);徒(9);羅(8);林前(9);林後(1);加(2);弗(1);西(1);帖前(2);帖後(1);提前(2);來(1);約壹(1);啓(1)
譯字彙編
1) 怎麼(23) 太6:28; 太22:43; 可4:40; 可12:35; 可14:1; 路8:36; 路12:27; 路12:56; 路20:41; 路20:44; 約4:9; 約6:42; 約8:33; 約9:10; 約9:21; 約12:34; 約14:5; 約14:9; 徒2:8; 徒8:31; 林前15:12; 加2:14; 加4:9;
2) 怎樣(22) 太12:4; 太12:29; 可2:26; 可12:41; 路8:18; 路22:2; 路22:4; 約9:15; 約9:26; 徒9:27; 徒9:27; 徒12:17; 林前3:10; 林前7:32; 林前7:33; 林前7:34; 林前15:35; 西4:6; 帖前1:9; 帖後3:7; 提前3:15; 啓3:3;
3) 怎能(12) 路11:18; 約5:47; 羅3:6; 羅10:14; 羅10:14; 羅10:14; 羅10:15; 林前14:7; 林前14:9; 林前14:16; 來2:3; 約壹3:17;
4) 如何(9) 可5:16; 可12:26; 可14:11; 路12:11; 路14:7; 約5:44; 徒11:13; 徒15:36; 徒20:19;
5) 怎麼⋯呢(6) 太16:11; 太21:20; 太22:12; 太22:45; 約7:15; 約9:19;
6) 怎能⋯呢(5) 太7:4; 太23:33; 太26:54; 可4:13; 路1:34;
7) 怎(4) 太12:34; 路6:42; 約6:52; 約9:16;
8) 怎⋯呢(3) 太12:26; 可3:23; 約3:9;
9) 法子(2) 可11:18; 徒4:21;
10) 如何⋯呢(2) 約3:4; 約3:12;
11) 是怎樣(2) 可9:12; 羅4:10;
12) 何等的(2) 可10:24; 路12:50;
13) 如此(1) 帖前4:1;
14) 焉能(1) 提前3:5;
15) 何等⋯哪(1) 路18:24;
16) 當如何(1) 弗5:15;
17) 豈可(1) 羅6:2;
18) 是何等的(1) 可10:23;
19) 甚麼(1) 可4:30;
20) 是怎樣呢(1) 路10:26;
21) 該怎樣(1) 太10:19;
22) 豈(1) 羅8:32;
23) 何等(1) 約11:36;
24) 何況(1) 林後3:8