Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οὐδαμῶς

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: οὐδᾰμῶς Medium diacritics: οὐδαμῶς Low diacritics: ουδαμώς Capitals: ΟΥΔΑΜΩΣ
Transliteration A: oudamō̂s Transliteration B: oudamōs Transliteration C: oudamos Beta Code: ou)damw=s

English (LSJ)

Adv. of οὐδαμός,

   A in no wise, Hdt.2.148,173; ἄλλως οὐ. Id.1.123, etc.; οὐδέποτε οὐδαμῇ οὐ. Pl.Phd.78d, cf. Phlb. 29b: freq. in answers, πότερα γὰρ… πρέπει;—οὐ. A.Pers.240, cf. 716; so οὐ. γ' Ar.Nu.688, V.79, etc.; also οὐθαμῶς, Thphr.Metaph.7, etc.—Cf. μηδαμῶς.

German (Pape)

[Seite 408] dem πῶς entsprechend, auf keine Weise, keinesweges; Her. oft, ἄλλως μὲν οὐδαμῶς εἶχε, 1, 123. 5, 35; φάτιν οὐδαμῶς ἐφίμερον, Aesch. Ch. 827 u. öfter; κοὔτοι γυναικὸς οὐδαμῶς ἡσσητέα, Soph. Ant. 674; ὁ μῦθος κοινὸς οὐδαμῶς ὅδε, Eur. Hipp. 609; u. in Prosa, οὐδαμῇ οὐδαμῶς εἰλικρινές, Plat. Phil. 29 b; Theaet. 176 c. – Vgl. οὐδαμῇ u. οὐδαμοῦ.

Greek (Liddell-Scott)

οὐδαμῶς: Ἐπίρρ. τοῦ οὐδαμός, κατ’ οὐδένα τρόπον, Ἡρόδ., Ἀττικ.· ἄλλως οὐδαμῶς Ἡρόδ. 1. 123, κτλ.· οὐδέποτε οὐδαμῆ οὐδαμῶς Πλάτ. Φαίδων 78D, πρβλ. Φίληβ. 29Β· συχνάκις ἐν ἀποκρίσεσι, πότερα γάρ... πρέπει; - οὐδαμῶς Αἰσχύλ. Πέρσ. 240, πρβλ. 716· οὕτως, οὐδαμῶς γ’ Ἀριστοφ. Νεφ. 688, Σφ. 79, κτλ. Πρβλ. μηδαμῶς. - Καθ’ Ἡσύχ.: «οὐδαμῶς· οὐδέποτε ἢ παντελῶς».

French (Bailly abrégé)

adv.
nullement : οὐδαμῶς γε, certes en aucune façon.
Étymologie: οὐδαμός.

English (Strong)

adverb from (the feminine) of οὐδείς; by no means: not.

English (Thayer)

(from οὐδαμός, not even one; and this from οὐδέ and ἆμος (allied perhaps with ἅμα; cf. Vanicek, p. 972; Curtius, § 600)), adverb, from Herodotus (and Aeschylus) down, by no means, in no wise: Matthew 2:6.

Greek Monolingual

οὐδαμῶς και, κατά δ. γρφ., οὐθαμῶς)
βλ. ουδαμός.

Greek Monotonic

οὐδαμῶς: επίρρ. του οὐδαμός, με κανέναν τρόπο, σε Ηρόδ., Αττ.· ἄλλως οὐδαμῶς, σε Ηρόδ.· οὐδέποτε οὐδαμῆ οὐδαμῶς, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

οὐδᾰμῶς:
1) никаким способом, никак: ἄλλως οὐ. Her. никак иначе; οὐδέποτε οὐδαμῆ οὐ. Plat. никогда нигде (и) никак;
2) (преимущ. в ответах) никоим образом, ни в коем случае Xen. etc.

Middle Liddell

[adverb of οὐδαμός
in no wise, Hdt., attic; ἄλλως οὐδαμῶς Hdt.; οὐδέποτε οὐδαμῆ οὐδαμῶς Plat.

Chinese

原文音譯:oÙdamîj 烏-得-阿摩士
詞類次數:副詞(1)
原文字根:不-尚-一
字義溯源:決不,絕不,並不,不是;源自(οὐδείς / οὐθείς)=毫無);由(οὐδέ)=也不)與(εἷς)*=一個)組成;其中 (οὐδέ)又由(οὐ)*=不)與(δέ)*=但)組成。參讀 (οὐ)同源字
出現次數:總共(1);太(1)
譯字彙編
1) 不(1) 太2:6