Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραπούλι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το, και παραπούλα, η
1. κοινή ονομασία είδους κηπευτικού φυτού
2. παροιμ. «καιρός σπέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια» — λέγεται για καταστάσεις που αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη.