Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλαγιοχαίτης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: πλᾰγιοχαίτης Medium diacritics: πλαγιοχαίτης Low diacritics: πλαγιοχαίτης Capitals: ΠΛΑΓΙΟΧΑΙΤΗΣ
Transliteration A: plagiochaítēs Transliteration B: plagiochaitēs Transliteration C: plagiochaitis Beta Code: plagioxai/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A with hair across, Hsch. s.v. δοχμόκορσοι.

German (Pape)

[Seite 623] ὁ, mit schiefem Haare, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

πλᾰγιοχαίτης: -ου, ὁ, ὁ πλαγίαν ἔχων τὴν χαίτην, Ἡσύχ. ἐν λ. δοχμόκορσοι.

Greek Monolingual

ὁ, Α
(κατά τον Ησύχ.) «ὁ πλαγίαν χαίτην ἔχων».
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλάγιος + χαίτη (πρβλ. ορθο-χαίτης)].