Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαίτη

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: χαίτη Medium diacritics: χαίτη Low diacritics: χαίτη Capitals: ΧΑΙΤΗ
Transliteration A: chaítē Transliteration B: chaitē Transliteration C: chaiti Beta Code: xai/th

English (LSJ)

ἡ,

   A loose, flowing hair, ζανθὴν ἀπεκείρατο χαίτην Il.23.141; τίλλοντό τε χαίτας Od.10.567, cf. S.Aj.634 (lyr.): χαίταν ἐλαίᾳ . . στεφανωσάμενον B.10.28; pl., of a single person, χαίτας πεζαμένη Il. 14.175, cf. 10.15, Pi.N.1.14, B.16.105, etc.; χαίτᾰς (Dor. acc.) ὑπὲπ κεφαλῆς Tyrt.1.39 Diehl; used esp. of back hair, acc.to Ruf. Onom.14.    2 of a horse's mane, θαλερὴ δ' ἐμιαίνετο χαίτη Il.17.439, cf. 19.405; ἀμφὶ δὲ χαῖται ὤμοις ἀΐσσονται 6.509, cf. X.Eq. 5.5, 7.1, Plu.Pel.22.    3 after Hom., of a lion's mane, E.Ph. 1121; ὅσα χαίτην ἔχει, ὥσπερ λέων, opp. ὅσα λοφιὰν ἔχει, ὥσπερ ἵππος, Arist.HA498b28, cf. PA658a31: but metaph., φρίξας λοφιᾶς λασιαύχενα χαίταν, of Aeschylus, Ar.Ra.822 (hex.).    b ὀξυβελεῖς χ., of a hedgehog's spines, Emp.83.2.    4 crest of a helmet, Plu.Alex.16.    5 metaph. of trees, foliage, Call.Del.81: pl., Theoc.6.16, Anacreont.17/18.12; also βύβλος . . ἐπ' ἄκρῳ χαίτην ἔχουσα Str.17.1.15. (Ambraciot word acc. to AB1095: not in Prose of human hair; cf. Avest. gaēsa- 'curly hair'.)

German (Pape)

[Seite 1326] ἡ, langes, loses, fliegendes Haar; vom frei herabwallenden Haupthaare des Menschen, πολλὰς ἐκ κεφαλῆς προθελύμνους ἕλκετο χαίτας Il. 10, 15; χαίτας πεξαμένη 14, 175; ξανθὴν ἀπεκείρατο χαίτην, τὴν τρέφε τηλεθόωσαν 23, 141, was Zeichen der Trauer ist, wie τίλλοντο δὲ χαίτας Od. 10, 567; so auch Pind. Gl. 14, 24 I. 6, 39; Ζεὺς κατένευσέν οἱ χαίταις I. 1, 14, u. sonst, wie Tragg., Aesch. Ch. 178, Soph. Ai. 621, Eur.; – von Thieren, bes. Pferden, ἀμφὶ δὲ χαῖται ὤμοις ἀΐσσονται, die Mähnen, Il. 6, 509. 15, 266; im sing. 17, 439. 19, 405; auch Xen. equit. 5, 5. 7; vom Löwen, λέοντος δέρος χαίτῃ πεφρικός Eur. Phoen. 1128, wie Arist. part. anim. 2, 14, der λοφία als eigentlichen Ausdruck für die Mähnen des Rosses bemerkt; χαίτη λασιαύχην Ar. Ran. 821. – Auch das Haar der Bäume, das Laub, Anacr. 17, 13, Theocr. 6, 16. – Vom Helmbusch, Plut. Alex. 16.

Greek (Liddell-Scott)

χαίτη: ἡ, μακρὰ κόμη, κεχυμένη καὶ λυτή, ξανθὴν ἀπεκείρατο χαίτην (ἴδε ἐν λ. κείρω) Ἰλ. Ψ. 141· τίλλοντο δὲ χαίτας Ὀδ. Κ. 567· καὶ ἐν τῷ πληθ. ἐπὶ ἑνὸς μόνον προσώπου, χαίτας πεξαμένη Ἰλ. Ξ. 175, πρβλ. Κ. 15· οὕτω παρὰ Πινδ. καὶ τοῖς Τραγ. 2) ἐπὶ τῆς χαίτης τῶν ἵππων, θαλερὴ δὲ μιαίνετο χαίτη Ἰλ. Ρ. 439, πρβλ. Τ. 405· ἀμφὶ δὲ χαῖται ὤμοις ἀΐσσονται Ἰλ. Ζ. 509, Ο. 266. 3) μεθ’ Ὅμ. ἐπὶ τῆς χαίτης τοῦ λέοντος, Λατ. juba Εὐρ. Φοίν. 1121, πρβλ. Ἀριστοφ. Βατρ. 821· ὅσα χαίτην ἔχει, ὥσπερ λέων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὅσα λοφιὰν ἔχει, ὥσπερ ἵππος, Ἀριστ. περὶ τὰ Ζῷα Ἱστ. 2. 1, 19, πρβλ. περὶ Ζῴων Μορ. 2. 14, 4· ἀλλὰ φρίξας λοφιᾶς λασιαύχενα χαίταν, ἐπὶ τοῦ Αἰσχύλου, Ἀριστοφ. Βάτρ. 822. 4) μεταφ. ἐπὶ δένδρων, ὡς τὸ Λατ. coma, ἡ κόμη, τὸ φύλλωμα, Καλλ. εἰς Δῆλλ. 81, Στράβ. 799· ἐν τῷ πληθ., Θεόκρ. 6. 16, Ἀνακρεόντ. 18. ― Παρὰ πεζογράφοις ἐν χρήσει μόνον ἐν τῷ ἑνικῷ ἐπὶ τῆς σημασίας τῆς χαίτης τοῦ ἵππου, Ξεν. Ἱππ. 5, 5 καὶ 7., 7, 1., 8, 8, Πλούτ., κλπ.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
1 cheveux flottants, longs cheveux, longue ou épaisse chevelure ; en parl. d’animaux crinière;
2 p. anal. crinière d’un casque.
Étymologie: DELG iran., avest. gaesa « cheveux bouclés ».

English (Autenrieth)

flowing hair; of horses, mane, sing. and pl.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ, και δωρ. τ. χαίτα Α
1. μακριές τρίχες που κρέμονται από τον αυχένα του αλόγου, του λιονταριού και άλλων ζώων (α. «άλογο με κουρεμένη χαίτη» β. «ὅσα χαίτην ἔχει, ὥσπερ λέων», Αριστοτ.)
2. μακριά λυμένα μαλλιά που πέφτουν στους ώμους
αρχ.
1. (για δένδρο) η κόμη, το φύλλωμα
2. αλογοουρά, κόσμημα περικεφαλαίας
3. φρ. «ὀξυβελεῖς χαῖται» — τα αγκάθια του σκατζόχοιρου (Εμπ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. χαίτη ανάγεται στον ΙΕ τ. ghait-ā «κυματιστή κόμη» και συνδέεται με τα αβεστ. gaēsa- «κατσαρά μαλλιά», gaēsu- «κατσαρομάλλης», μέσ. ιρλδ. gaīset «μαλλιά», περσ. gēs «μπούκλα», τα οποία όμως ανάγονται σε μια μορφή ghait-(e)s της ρίζας].

Greek Monotonic

χαίτη: ἡ,
1. μακριά, λυτά μαλλιά, σε Όμηρ.· και σε πληθ. για ένα μόνο πρόσωπο, χαίτας πεξαμένη, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για χαίτη αλόγου, σε Όμηρ.· λέγεται για χαίτη λιονταριού, Λατ. juba, σε Ευρ., Αριστοφ.
3. μεταφ., λέγεται για δέντρα, φύλλα, φύλλωμα, σε πληθ., σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

χαίτη: ἡ тж. pl.
1) (длинные) волосы, кудри Hom., Pind., Trag., Luc.;
2) (у льва, коня) грива Eur., Xen., Luc.;
3) пучок волос, султан (ἡ τοῦ κράνους χ. Plut.);
4) листья, листва Anacr.: καπυραὶ χαῖται Theocr. высохшая листва.

Middle Liddell

χαίτη, ἡ,
1. long, flowing hair, Hom.; and in pl. of a single person, χαίτας πεξαμένη Il.
2. of a horse's mane, Il.; of a lion's mane, Lat. juba, Eur., Ar.
3. metaph. of trees, leaves, foliage, in pl., Theocr.

Frisk Etymology German

χαίτη: {khaítē}
Grammar: f.
Meaning: Lockenhaar, frei herabwallendes Haar, Pferdemähne (ep. poet. seit Il.), auch Löwenmähne (E,. Arist.), übertr. Blätterwerk, Laub (Theok., Kall., Str. u.a.), Helmbusch (Plu.).
Composita : Oft als Hinterglied, z.B. κυανοχαίτης mit dunklem Haar, bes. von Poseidon, schwarzmähnig (ep. seit Il.), zum Vok. κυανοχαῖτα in nominativischer Funktion Risch Sprachgesch. u. Wortbed. 389 ff.
Derivative: Davon χαιτήεις (gekürzt -έεις), dor. -άεις mit langem Haar, mit langer Mähne (Pi., Semon., A. R. u.a.), auch von Pflanzen laubig, blätterreich (Nik.); χαίτωμα n. Helmbusch (A. Th. 385; dichterische Erweiterung, Chantraine Form. 186). Hypostase ἀναχαιτίζω ‘(den Reiter) über die Mähne werfen, die Mähne emporsträuben, umstürzen, sich sträuben, sich auflehnen, versperren’ (S. Fr. 179, E., D., hell. u. sp.) mit -ισις, -ισμα, -ισμός Versperrung, Hinderung (sp.).
Etymology : Altes Wort für Haar, Mähne mit nahen Verwandten im Iranischen und Keltischen: aw. gaēsa- m. Kraushaar, Lockenhaar mit gaēsu- kraushaarig, lockenhaarig, npers. gēs herabhängende Haare, Locken, mir. gaiset f. steifes Haar, Borste, alle auf idg. *ghaits(o)- zurückzuführen, das einen schwundstufigen s-Stamm enthalten kann neben dem ā-St. in χαίτη. Lidén IF 19, 318f., Charpentier KZ 40, 472 ff.
Page 2,1065

English (Woodhouse)

χαίτη = mane, hair of animals, hair of the head

⇢ Look up "χαίτη" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)