Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποδανιπτήρ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ποδᾰνιπτήρ Medium diacritics: ποδανιπτήρ Low diacritics: ποδανιπτήρ Capitals: ΠΟΔΑΝΙΠΤΗΡ
Transliteration A: podaniptḗr Transliteration B: podaniptēr Transliteration C: podaniptir Beta Code: podanipth/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ, (νίζω)

   A vessel for washing the feet in, footpan, Stesich.30 (v. infr.), Hdt.2.172, Amips.2, Diocl.Com.1, IG12.313.137, 22.1425.393, 11(2).161B127 (Delos, iii B.C.), CIG3071.8(Teos, ii B.C.), Plu.2.151d, etc.: ποδονιπτήρ is a later form, Ath.4.168f, Stesich.l.c.(codd.Ath.10.451d).

German (Pape)

[Seite 642] ῆρος, ὁ, Gefäß, Wanne, die Füße darin zu waschen, Fußbecken, Her. 2, 172, Arist. Pol. 1, 12. Später auch ποδονιπτήρ. S. Inscr. 3071.

Greek (Liddell-Scott)

ποδᾰνιπτήρ: ῆρος, ὁ, (νίζω) ἀγγεῖον πρὸς νίψιν τῶν ποδῶν, νιπτὴρ τῶν ποδῶν, Στησίχ. 31, Ἡρόδ. 2. 172, Ἀμειψίας ἐν «Ἀποκοτταβίζουσιν» 2, κτλ.· ― ὁ τύπος ποδαν- βεβαιοῦται ἐκ τῆς Συλλ. Ἐπιγρ. 3071· ποδονιπτήρ, ποδόνιπτρον εἶναι τύποι μεταγεν. καὶ ἀδόκιμοι παρ’ Ἀθην. 168F, 451D, Πλούτ. 2. 151Ε, κτλ., ἴδε Λοβ. εἰς Φρύν. 689.

French (Bailly abrégé)

ῆρος (ὁ) :
bassin pour les pieds.
Étymologie: πούς, νίπτω.

Greek Monolingual

και ποδονιπτήρ, -ῆρος, ὁ, Α
λεκάνη για το πλύσιμο τών ποδιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πούς, ποδός + -νιπτήρ (< νίζω / νίπτω). Ο τ. ποδανιπτήρ κατά το ποδάνιπτρον, ενώ ο τ. ποδονιπτήρ είναι μτγν.].

Greek Monotonic

ποδᾰνιπτήρ: -ῆρος, ὁ (νίζω), αγγείο, δοχείο για το πλύσιμο των ποδιών, νιπτήρας για τα πόδια, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ποδᾰνιπτήρ: ῆρος ὁ таз для омовения ног, ножная ванночка Her.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ποδανιπτήρ -ῆρος, ὁ [πούς, νίπτω] wasbak voor voeten.

Middle Liddell

ποδᾰ-ϝιπτήρ, ῆρος, ὁ, νίζω
a vessel for washing the feet in, a footpan, Hdt.