Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐγγὺς

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek (Liddell-Scott)

ἐγγὺς: ῠ, ἐπίρρ.: συγκρ. ἐγγυτέρω, ὑπερθ. ἐγγυτάτω ἢ -ύτατα, (πρῶτον παρ’ Ἱππ., καὶ Ἀττ.)· ὡσαύτως ἔγγῑον, ἔγγιστα (ἴδε ἐγγίων), - τὸ τελευταῖον παρ’ Ἀντιφῶντι 129. 14. (Περὶ τῆς ῥίζης ἴδε ἄγχι, ἄγχω), Ι. ἐπὶ τόπου, πλησίον, λίαν συχνὸν παρ’ Ὁμήρῳ, ὅστις μεταχειρίζεται αὐτὸ ὁτὲ μὲν ἀπολ., ὁτὲ δὲ μετὰ γεν., οὕτω, λύπας ἐγγυτέρω, πλησιέστερον πρὸς τὴν λύπην, Σοφ. Ο. Κ. 1216· μεταγ. ὡσαύτως μετὰ δοτ., Εὐρ. Ἡρακλ. 37 (περὶς τῆς συντάξεως ταύτης ἐνίοτε γίνεται παραπομπὴ εἰς Ἰλ. Λ. 340): τὸ πλεῖστον συντάσσεται μετὰ ῥημάτων στάσεως σημαντικῶν, ἐγγὺς ἐστάναι, κτλ., Αἰσχύλ. Πέρσ. 686, Εὐμ. 65· ἀλλὰ καὶ ἐγγὺς χωρεῖν ὁ αὐτ. Θήβ. 59: - πρβλ. ἐγγύθεν, ἐγγύθι. ΙΙ. ἐπὶ χρόνου, ἐγγὺς δή τι κακὸν Πριάμοιο τέκεσσιν Ἰλ. Χ. 453, Ὀδ. Κ. 86, Ξεν. Κύρ. 2. 3, 2. ΙΙΙ. ἐπὶ ἀριθμῶν κτλ., σχεδόν, ἔτεσιν ἐγγὺς εἴκοσι Θουκ. 6. 5· ἐγγὺς ἐνιαυτοῦ Ξεν. Ἑλλ. 3. 1, 28· ὅτι αὐτὸς οὐχ οἷός τ’ ἔσομαι οὐδ’ ἐγγὺς τούτων οὐδὲν καλὸν εἰπεῖν, δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ εἴπω κανὲν καλὸν οὐδὲ νὰ πλησιάσῃ αὐτά, Πλάτ. Συμπ. 198Β· ἔχει δὲ οὐχ οὕτω ταῦτα οὐδ’ ἐγγὺς Δημ. 524. 2· οὐκ εἶναι δίκην μεταλλικὴν προσφθεγκτέον, οὐδ’ ἐγγὺς ὁ αὐτ. 977. 26· (οὕτως, οὐδὲ πολλοῦ δεῖ ὁ αὐτ. 463. 7, ἔνθα ἴδε τὸν Οὐώλφ). IV. ἐπὶ ποιοτήτων ἢ ἰδιοτήτων, ὁμοιάζων, ἐγγύς τι ἢ παραπλήσιον Πλάτ. Γοργ. 520Α· ἐγγύτατα τοῦ νῦν τρόπου Θουκ. 1. 23· ὅτι ἐγγύτατα τούτων ὁ αὐτ. 7. 86· κοινῇ δὲ πᾶσιν οὐδεὶς ἐγγυτέρω Δημ. 321. 29· μετὰ μετοχ., ἐγγὺς τυφλῶν, σχεδὸν τυφλός, Πλάτ. Πολ. 508C: - ἐγγὺς εἶναι μετ’ ἀπαρ., ὡς ἐγγὺς τοῦ τεθνάναι, σχεδὸν νεκρός, Πλάτ. Φαίδων 65Α· τοῦ παθεῖν ἐγγύτατα Δημ. 555. 10. V. ἐπὶ συγγενείας, οἱ Ζηνὸς ἐγγὺς Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 155· ἐγγυτέρω γένει ἢ γένους Πλάτ. Ἀπολ. 30Α, Ἰσαῖος 45. 15· ἐγγύτατα γένους Αἰσχύλ. Ἱκ. 338, Λυσ. Ἀποσπ. 25, Πλάτ., κτλ.· ἐγγυτάτω γένους Ἀριστοφ. Ὄρν. 1666.

Greek Monotonic

ἐγγὺς: [ῠ], επίρρ., συγκρ. ἐγγυτέρω, υπερθ. ἐγγυτάτω ή -ύτατα· επίσης ἔγγῑον, ἔγγιστα·
I. λέγεται για τόπο, κοντά, πλησίον, εδώ δίπλα, σε Όμηρ.· με γεν., πλησίον, κοντά σε, στον ίδ., Σοφ.· επίσης με δοτ., σε Ευρ.
II. λέγεται για χρόνο, κοντά στην ώρα, σε Όμηρ., Ξεν.
III. λέγεται για αριθμούς κ.λπ.· σχεδόν, σε Θουκ., Ξεν.· οὐδ'ἐγγύς, δηλ. όχι πολύ κοντά, καμία σχέση, σε Πλάτ., Δημ.· ἐγγὺς τοῦ τεθνάναι, σχεδόν νεκρός, σε Πλάτ.
IV. χρησιμοποιείται για συγγενείς, συγγενικός προς, συγγενής, σε Αισχύλ., Πλάτ. (Από την ίδια ρίζα με το ἄγχι, πρβλ. ἄγχιστος, ἔγγιστος).