Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προστῷον

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: προστῷον Medium diacritics: προστῷον Low diacritics: προστώον Capitals: ΠΡΟΣΤΩΟΝ
Transliteration A: prostō̂ion Transliteration B: prostōon Transliteration C: prostoon Beta Code: prostw=|on

English (LSJ)

(on the accent v. Hdn.Gr.1.377), τό,

   A portico, Pl.Prt. 314e, 315c, IG22.1675.3, 1680.1, Plu.2.838d, etc.; written πρόστοον in IGRom.3.690.8 (Aperlae, i A.D.).—As Adj., τόποι πρόστωοι Sch. Il.20.11.

Greek (Liddell-Scott)

προστῷον: (οὐχὶ πρόστῳον, Ἀρκάδ. 120. 10), τό, τὸ πρὸ τῆς στοᾶς μέρος οἰκοδομήματος, Πλάτ. Πρωτ. 314Ε, 315C, Πλούτ. 2. 838D, κτλ.· ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις ἐνίοτε πρόστοον, ὡς ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. (προσθῆκαι) 4300w. Πρβλ. Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 495. - Ὡς ἐπίθ., ἴδε Σχόλ. εἰς Ἰλ. Υ. 11. - Καθ’ Ἡσύχ.: - «προστῴῳ· κοιτῶνι».

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
portique placé devant un édifice.
Étymologie: πρό, στοά.

Greek Monotonic

προστῷον: τό (στοά), πρόναος, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

προστῷον: τό колоннада перед домом, портик Plat., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προ-στῷον -ου, τό [πρό, στοά] voorhal.

Middle Liddell

προ-στῷον, ου, τό, στοά
a portico, Plat.