Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πυριθαλπής

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: πῠριθαλπής Medium diacritics: πυριθαλπής Low diacritics: πυριθαλπής Capitals: ΠΥΡΙΘΑΛΠΗΣ
Transliteration A: pyrithalpḗs Transliteration B: pyrithalpēs Transliteration C: pyrithalpis Beta Code: puriqalph/s

English (LSJ)

ές,

   A heated in the fire, A.R.4.926, Nic.Th.40, AP7.742 (Apollonid., s.v.l., prob. περι-).

German (Pape)

[Seite 822] ές, am od. im Feuer erwärmt; sp. D., wie Ap. Rh. 4, 926; Nic. Th. 40; ὄχημα, Apollonds. 4 (VII, 742); ὕδωρ , Ep. ad. 472 (IX, 632).

Greek (Liddell-Scott)

πῠρῐθαλπής: -ές, ὁ τῷ πυρὶ θαλπόμενος, θερμαινόμενος, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 926, Νικ. Θηρ. 40, Ἀνθ. Π. 7. 742, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
chauffé au feu.
Étymologie: πῦρ, θάλπω.

Greek Monolingual

-ές, Α
αυτός που θερμαίνεται στη φωτιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πυρι- (βλ. λ. πυρ) + -θαλπής (< θάλπος < θάλπω), πρβλ. ηλιο-θαλπής].

Greek Monotonic

πῠρῐθαλπής: -ές (θάλπω), αυτός που θερμαίνεται μέσα στη φωτιά, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

πῠρῐθαλπής: нагретый на огне (ὕδωρ Anth.).

Middle Liddell

πῠρῐ-θαλπής, ές θάλπω
heated in the fire, Anth.