Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πωλεία

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: πωλεία Medium diacritics: πωλεία Low diacritics: πωλεία Capitals: ΠΩΛΕΙΑ
Transliteration A: pōleía Transliteration B: pōleia Transliteration C: poleia Beta Code: pwlei/a

English (LSJ)

ἡ,

   A breeding of foals, stud, X.Eq.2.2; breed, Str.5.1.4; written πωλέα, BGU563 i 10, al. (ii A.D.).

German (Pape)

[Seite 826] ἡ, = πώλευσις, Fohlenzucht, Xen. Hipparch. 2, 2.

Greek (Liddell-Scott)

πωλεία: ἡ, πώλευσις, τὸ ἀνατρέφειν πώλους, ὁ μὲν δὴ ὥσπερ ἐγὼ γιγνώσκων περὶ πωλείας, δῆλον ὅτι κτλ. Ξεν. Ἱππ. 2, 2 κἑξ., Στράβ. 212· - ἐσχηματίσθη κατὰ τὸ ἱππεία.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
dressage des jeunes chevaux.
Étymologie: πῶλος.

Greek Monolingual

και πωλέα, ἡ, Α πωλεύω
1. δάμασμα, εκγύμναση πουλαριών
2. εκτροφή πουλαριών.

Greek Monotonic

πωλεία: ἡ, ανατροφή νεαρών αλόγων, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

πωλεία: ἡ коневодство Xen.

Middle Liddell

πωλεία, ἡ,
a breeding of foals, stud, breed, Xen.