Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πωλευτής

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: πωλευτής Medium diacritics: πωλευτής Low diacritics: πωλευτής Capitals: ΠΩΛΕΥΤΗΣ
Transliteration A: pōleutḗs Transliteration B: pōleutēs Transliteration C: poleftis Beta Code: pwleuth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A horsebreaker, Max.Tyr.7.8: generally, trainer of animals, keeper, ἐλέφαντος Ael.NA7.41, cf.8.17, 13.8.

German (Pape)

[Seite 827] ὁ, der Bändiger, Zureiter des jungen Pferdes, Ael. H. A. 7, 41; der ein junges Thier Abrichtende, ἐλέφαντος, ib. 8, 17, öfter.

Greek (Liddell-Scott)

πωλευτής: -οῦ, πωλοδάμνης, καθόλου ὁ δαμάζων, γυμνάζων ζῷα, φύλαξ καὶ ἐπιμελητὴς αὐτῶν, ἐλέφαντα Αἰλ. π. Ζ. 7. 41., 8. 17., 13. 8.

Greek Monolingual

ὁ, Α πωλεύω
1. δαμαστής, εκγυμναστής νεαρών αλόγων ιππασίας
2. (γενικά) φύλακας, επιμελητής και εκγυμναστής ζώων («πωλευτὴς ἐλέφαντος», Αιλ.).