Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δμητήρ

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: δμητήρ Medium diacritics: δμητήρ Low diacritics: δμητήρ Capitals: ΔΜΗΤΗΡ
Transliteration A: dmētḗr Transliteration B: dmētēr Transliteration C: dmitir Beta Code: dmhth/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ,

   A tamer, ἵππων h.Hom.22.5, cf. Alcm.9: fem., νὺξ δμήτειρα θεῶν Il.14.259.

German (Pape)

[Seite 650] ῆρος, ὁ, Bezwinger, Bändiger; H. h. 21, 5; Alcm. bei Schol. Pind.

Greek (Liddell-Scott)

δμητήρ: ῆρος, ὁ, ὁ δαμαστής, ἵππων Ὕμν. Ὁμ. 21. 5, Ἀλκμὰν παρὰ Σχολ. Πινδ.· - θηλ., νὺξ δμήτειρα θεῶν, Ἰλ. Ξ.. 259.

French (Bailly abrégé)

ῆρος (ὁ) :
qui dompte, qui maîtrise.
Étymologie: δαμάω.

Spanish (DGE)

-ῆρος, ὁ

• Alolema(s): dór. δμᾱτήρ Alcm.2.4.6; δᾰμᾰτήρ Eleg.Alex.Adesp.Halic.23, AP 11.403 (Luc.)
domador δμητῆρ' ἵππων h.Hom.22.5, δματῆρες ἱππόται Alcm.l.c., πτερόεντος ... δαματῆρα Πηγάσου de Belerofonte Eleg.Alex.Adesp.Halic.l.c., fig. σίδηρος Nonn.D.27.27, cf. 26.303 (ambos var.).

Greek Monolingual

δμητήρ, ο (θηλ. δμήτειρα) (Α) δάμνημι
δαμαστής (α. «δμητὴρ ἵππων» β. «νὺξ δμήτειρα θεῶν» — η νύχτα που δαμάζει, κατευνάζει ακόμη και τους θεούς).

Greek Monotonic

δμητήρ: -ῆρος, ὁ (δαμάζω), δαμαστής, ἵππων, σε Ομηρ. Ύμν.· θηλ., νὺξ δμητεῖρα θεῶν, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

δμητήρ: ῆρος ὁ укротитель (ἵππων HH).

Middle Liddell

δμητήρ, ῆρος, n δαμάζω
a tamer, ἵππων Hhymn.:— fem., νὺξ δμητεῖρα θεῶν Il.