Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ραδιούργος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-α, -ο / ῥᾳδιουργός, -όν, ΝΜΑ
(ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που ραδιουργεί, δολοπλόκος, μηχανορράφος
νεοελλ.
(για ηθοποιό) αυτός που έχει ειδικευθεί στην απόδοση ρόλων μοχθηρών και ύπουλων προσώπων
αρχ.
1. αυτός που κάνει κάτι με ευκολία, χωρίς να κοπιάζει
2. ασυνείδητος
3. διεφθαρμένος, ανήθικος («ῥᾳδιουργὸς εἶναι ἐν τοῑς λόγοις καὶ ἐν τοῑς ἔργοις», Αριστοτ.)
4. (κατά τον Ησύχ.) πλαστογράφος
5. (για πράγμα) ακάθαρτος, ρυπαρός
6. (το ουδ. συγκριτ. ως επίρρ.) ῥᾷδιουργότερον
με ρυπαρότητα.
επίρρ...
ραδιουργῶς Α
σύμφωνα με τον τρόπο ή τους τρόπους που χρησιμοποιεί ο ραδιούργος, με δόλιο τρόπο, με ραδιουργίες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥᾴδιος «εύκολος» αλλά και «απερίσκεπτος, αμελής, απρόσεκτος» + -ουργός / -ούργος (< ἔργον), πρβλ. τεχνουργός, πανούργος. Το επίθ. από αρχική σημ. «αυτός που κάνει κάτι με ευκολία, απρόσεκτα, απερίσκεπτα» εξελίχθηκε «επί κακῷ» στη σημ. «ασυνείδητος, διεφθαρμένος, ανήθικος»].