Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σαβάζω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: σᾰβάζω Medium diacritics: σαβάζω Low diacritics: σαβάζω Capitals: ΣΑΒΑΖΩ
Transliteration A: sabázō Transliteration B: sabazō Transliteration C: savazo Beta Code: saba/zw

English (LSJ)

   A shake violently, scatter, in aor. part. σαβάξας, Hsch., Phot.

German (Pape)

[Seite 856] zerbrechen, zertrümmern, Hesych. Vgl. σαβάκτης. das Fest des Sabazios od. Bacchus begehen, übh. sich bacchantisch gebehrden, VLL.

French (Bailly abrégé)

briser.
Étymologie: DELG -.

Greek Monolingual

(I)
και σαββάζω Α Σαβάζιος
συμμετέχω στην εορτή του Σαβαζίου, στα Σαβάζια μυστήρια.
(II)
Α
(κατά τον Ησύχ.) «σαβάξας
διασκεδάσας, διασαλεύσας».
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για μετονοματικό παρ. του επιθ. σαβακός.