Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσχυρογνώμων

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰσχῡρογνώμων Medium diacritics: ἰσχυρογνώμων Low diacritics: ισχυρογνώμων Capitals: ΙΣΧΥΡΟΓΝΩΜΩΝ
Transliteration A: ischyrognṓmōn Transliteration B: ischyrognōmōn Transliteration C: ischyrognomon Beta Code: i)sxurognw/mwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος,

   A stiff in opinion, Arist.EN1151b5, D.L.2.24: Sup., Ph.Fr.23H.: metaph., λογισμός Id.2.413.

German (Pape)

[Seite 1273] ονος, festes, starres Sinnes; Arist. Eth. 7, 10; D. L. 2, 24.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσχῡρογνώμων: -ον, ονος, ἐπιμένων ἐν τῇ γνώμῃ του, ἄκαμπτος, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 7. 9, 2, Διογ. Λ. 2.24· - ἐντεῦθεν ἰσχῡρογνωμονέω, εἶμαι ἰσχυρογνώμων, ἄκαμπτος τὴν γνώμην, Εὐστ. Πονημάτ. 252. 51· καὶ ἰσχῡρογνωμοσύνη, ἡ, ἐπιμονή, Ἰώσηπος κατὰ Ἀπίωνος 1. 22.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
d’esprit ou de caractère ferme.
Étymologie: ἰσχυρός, γνώμη.

Greek Monolingual

-ον, αρσ. και ισχυρογνώμονας (ΑΜ ἰσχυρογνώμων, -ον)
αυτός που επιμένει στη γνώμη του, ακόμη κι όταν είναι εσφαλμένη ή παράλογη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσχυρός + -γνώμων (< γνώμων < γιγνώσκω), πρβλ. ετερο-γνώμων, σκληρο-γνώμων.

Russian (Dvoretsky)

ἰσχῡρογνώμων: 2, gen. ονος упорствующий в своем мнении, непреклонный, непоколебимый Arst., Diog. L.