Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίγνωση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM ἐπίγνωσις) επιγιγνώσκω
ενσυνείδητη γνώση, συναίσθηση ενός πράγματος («δεν έχει επίγνωση της θέσης του»)
αρχ.-μσν.
η αναγνώριση («πρὸς ἐπίγνωσιν ὀξέως τῶν ἐρώντων γὰρ ἡ ὄψις»)
αρχ.
1. εξέταση, έρευνα («οὐδὲν οἷόν τε κατὰ τρόπον χειρίσαι τῶν προσπιπτόντων ἄνευ τῆς τῶν προειρημένων ἐπιγνώσεως», Πολ.)
2. κατανόηση («τὴν τῆς μουσικῆς ἐπίγνωσιν», Πλούτ.)
3. απόφαση μετά από έρευνα.