Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συναγωνισμός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

ο, ΝΜ συναγωνίζομαι
νεοελλ.
1. άμιλλα για επικράτηση, αγώνας για υπερίσχυση
2. (οικον.) σύστημα ελεύθερης διεξαγωγής τών εργασιών από κάθε οικονομική μονάδα, με στόχο τη διασφάλιση της απρόσκοπτης προσφοράς τών υπηρεσιών τους στο κοινό, σύστημα που είναι χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής οικονομίας της ελεύθερης αγοράς
3. φρ. α) «παρακώλυση συναγωνισμού»
(ποιν. δίκ.) πλημμέλημα που συνίσταται στην παρεμπόδιση της ελεύθερης διαμόρφωσης της πλειοδοσίας κατά τη διάρκεια πλειστηριασμού, με την άσκηση βίας ή την εκτόξευση απειλών ή την προσφορά δώρων ή υποσχέσεων σε όποιον προσφέρει ή προτίθεται να προσφέρει τιμή εκπλειστηριάσεως
β) «αθέμιτος συναγωνισμός»
(οικον.) συναγωνισμός που διεξάγεται με αθέμιτα μέσα
γ) «εκτός συναγωνισμού» — ασυναγώνιστος, εξαιρετικός
μσν.
1. βοήθεια, σύμπραξη
2. υποστήριξη («ἐκεῑνος μόνος γενναῑος ὢν τὴν ψυχὴν εἰς συναγωνισμὸν ἦλθε τῆς ἀληθείας», Ιω. Μον.).

Greek Monolingual

ο, ΝΜ συναγωνίζομαι
νεοελλ.
1. άμιλλα για επικράτηση, αγώνας για υπερίσχυση
2. (οικον.) σύστημα ελεύθερης διεξαγωγής τών εργασιών από κάθε οικονομική μονάδα, με στόχο τη διασφάλιση της απρόσκοπτης προσφοράς τών υπηρεσιών τους στο κοινό, σύστημα που είναι χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής οικονομίας της ελεύθερης αγοράς
3. φρ. α) «παρακώλυση συναγωνισμού»
(ποιν. δίκ.) πλημμέλημα που συνίσταται στην παρεμπόδιση της ελεύθερης διαμόρφωσης της πλειοδοσίας κατά τη διάρκεια πλειστηριασμού, με την άσκηση βίας ή την εκτόξευση απειλών ή την προσφορά δώρων ή υποσχέσεων σε όποιον προσφέρει ή προτίθεται να προσφέρει τιμή εκπλειστηριάσεως
β) «αθέμιτος συναγωνισμός»
(οικον.) συναγωνισμός που διεξάγεται με αθέμιτα μέσα
γ) «εκτός συναγωνισμού» — ασυναγώνιστος, εξαιρετικός
μσν.
1. βοήθεια, σύμπραξη
2. υποστήριξη («ἐκεῑνος μόνος γενναῑος ὢν τὴν ψυχὴν εἰς συναγωνισμὸν ἦλθε τῆς ἀληθείας», Ιω. Μον.).