Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συναντώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

συναντῶ, -άω, ΝΜΑ, μέσ. και συναντιέμαι Ν
1. βρίσκω κάποιον σε ένα μέρος τυχαία ή και σκόπιμα, απαντώ, ανταμώνω (α. «τον συνάντησα προχθές στον δρόμο» β. «Σοφοκλεῑ τῷ ποιητῇ ἐν Χίῳ συνήντησα», Ίων Χ.)
2. έρχομαι αντιμέτωπος με κάτι, προσκρούω σε κάτι («συνάντησε μεγάλες δυσκολίες»)
νεοελλ.
(αθλ.) συναγωνίζομαι («οι δύο πρωταθλητές θα συναντηθούν ξανά στους επόμενους αγώνες»)
μσν.-αρχ.
πηγαίνω να ανταμώσω κάποιον
αρχ.
1. αντιπαρατάσσομαι σε μάχη, συγκρούομαι με κάποιον
2. (για συμφορά ή κίνδυνο) συμβαίνω
3. (σχετικά με ανάγκη ή επιθυμία προσ.) προλαμβάνω ή ικανοποιώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ἀντάω «έρχομαι εναντίον κάποιου, συναντώ»].