Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνουσιάζω

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: συνουσιάζω Medium diacritics: συνουσιάζω Low diacritics: συνουσιάζω Capitals: ΣΥΝΟΥΣΙΑΖΩ
Transliteration A: synousiázō Transliteration B: synousiazō Transliteration C: synousiazo Beta Code: sunousia/zw

English (LSJ)

   A keep company with: esp., have sexual intercourse, Theopomp.Hist.65, Phld.Mort.4, Plu.Alex.22, Sor.1.31.    II trans., bring into such intercourse, τινά τινι X.Eph. 2.9, Sch.Ar.Pl.1068.

Greek (Liddell-Scott)

συνουσιάζω: συγγίγνομαί τινι, συναναστρέφομαι μετά τινος· κυρίως, ἔρχομαι εἰς σαρκικὴν μῖξιν, συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι, Θεοπόμπ. Ἱστ. 65, Πλουτ. Ἀλέξ. 22, κτλ. ΙΙ. μεταβ., φέρω τινὰ εἰς τοιαύτην συνουσίαν, τινά τινι Ξεν. Ἐφέσ. 2. 9, Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Πλ. 1067· μεταφορ., σ. περόνας τῷ πυρὶ Θεοφύλ. ― Ἴδε Χ. Χαριτωνίδου Ποικίλα Φιλολογικὰ τόμ. Α΄, σελ. 195 ἐν τῷ μέσῳ.

French (Bailly abrégé)

être ensemble, être uni ou marié.
Étymologie: συνουσία.

Spanish

tener relaciones sexuales

Greek Monolingual

ΝΜΑ συνουσία
(στη νεοελλ. μόνον το μέσ. συνουσιάζομαι) έρχομαι σε σαρκική επαφή, κάνω έρωτα με κάποιον
μσν.
μτφ. συνενώνω («περόνας σιδηρᾱς ἀνθρακεύσαντες καὶ μάλα καρτερῶς ταύτας συνουσιάσαντες τῷ πυρί», Θεοφύλ. Σ.)
αρχ.
1. συναναστρέφομαι με κάποιον
2. μτφ. φέρνω κάποιον σε σαρκική επαφή με κάποιον άλλον.

Russian (Dvoretsky)

συνουσιάζω: находиться в сожительстве Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συνουσιάζω [συνουσία] seks hebben.