Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συσκέπτομαι

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: συσκέπτομαι Medium diacritics: συσκέπτομαι Low diacritics: συσκέπτομαι Capitals: ΣΥΣΚΕΠΤΟΜΑΙ
Transliteration A: sysképtomai Transliteration B: syskeptomai Transliteration C: syskeptomai Beta Code: suske/ptomai

English (LSJ)

   A = συσκοπέω, Sm.Ps.2.2. Gloss.

German (Pape)

[Seite 1042] (ergänzt συσκοπέω), mit, zusammen betrachten, überlegen; κοινῇ μετ' ἐμοῦ σοι συσκεπτέον Plat. Soph. 218 b; Sp., wie Hdn. 1, 17.

Greek Monolingual

ΝΑ
νεοελλ.
ανταλλάσσω γνώμες με άλλους για λήψη κοινής απόφασης, μετέχω σε σύσκεψη
αρχ.
1. θεωρώ, εξετάζω
2. μελετώ
3. σχεδιάζω κακό, μηχανορραφώ.

Russian (Dvoretsky)

συσκέπτομαι: вместе рассматривать, сообща исследовать Plat.