Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συστράτηγος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: συστρᾰτηγος Medium diacritics: συστράτηγος Low diacritics: συστράτηγος Capitals: ΣΥΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
Transliteration A: systrátēgos Transliteration B: systratēgos Transliteration C: systratigos Beta Code: sustra/thgos

English (LSJ)

(proparox.), ὁ,

   A fellow-general, E.Ph.745, Th.2.58, X.An.2.6.29, Μους. Σμυρν. 1878p.54 (Erythrae), etc.

German (Pape)

[Seite 1045] ὁ, Mitfeldherr, College des στρατηγός; Eur. Phoen. 745; Thuc. 2, 58; Xen. An. 2, 6, 29.

Greek (Liddell-Scott)

συστράτηγος: ὁ, ὁ στρατηγῶν μετ’ ἄλλου, μετέχων τῆς στρατηγίας, Εὐρ. Φοίν. 745, Θουκ. 2. 58, Πλάτ., Ξεν., κλπ· θηλ. συστρατηγέτις, ιδος, Νικήτ. Χων. 1, σ. 13D.

French (Bailly abrégé)

c. συστρατηγός.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ, θηλ. συστρατηγέτις, -ιδος, Μ
αυτός που είναι μαζί με άλλον στρατηγός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + στρατηγός.

Greek Monotonic

συστράτηγος: ὁ, στρατηγός μαζί με άλλους, σε Ευρ., Θουκ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

συστράτηγος: (ᾰ) ὁ товарищ или помощник командующего Eur., Thuc., Xen., Plat., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συ-στράτηγος -ου, ὁ, Att. ook ξυστράτηγος mede-aanvoerder, medegeneraal.

Middle Liddell

συ-στράτηγος, ὁ,
a joint-commander, Eur., Thuc., etc.

English (Woodhouse)

συστράτηγος = fellow general, fellow-commander

⇢ Look up "συστράτηγος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Wooshouse's English to Ancient Greek dictionary)