Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τακτοποιώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και ταχτοποιώ Ν
1. τοποθετώ κάτι στη θέση του («τακτοποιώ τα βιβλία μου»)
2. βάζω σε τάξη, συγυρίζωτακτοποιώ το σπίτι»)
3. συνεκδ. διευθετώ, κανονίζωτακτοποιώ τις δουλειές μου»)
4. μτφ. (σχετικά με λογαριασμό) εκκαθαρίζω, εξοφλώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τακτός + -ποιώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1855 στον Ικ. Λάτρη].