Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τετράκις

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τετράκις Medium diacritics: τετράκις Low diacritics: τετράκις Capitals: ΤΕΤΡΑΚΙΣ
Transliteration A: tetrákis Transliteration B: tetrakis Transliteration C: tetrakis Beta Code: tetra/kis

English (LSJ)

[ᾰ], Adv.

   A four times, Od.5.306, Hdt.2.142, IG12.606, Ar. Pl.851, etc.:—post-Hom. also τετράκι, IG4.561.5 (Argos), Pi.N.7.104 (prob.), Call.Epigr.53.2, MAMA4.157 (Apollonia); and τετράκιν, IG5(1).213.9 (Sparta, v B.C.).

German (Pape)

[Seite 1097] adv., viermal, Od. 5, 306 u. Folgde; bei sp. D. auch τετράκι, wie schon Pind. N. 7, 104; Mel. 7 (XII, 52).

Greek (Liddell-Scott)

τετράκις: [ᾰ], Ἐπίρρ., τέσσαρας φοράς, Λατ. quater, Ὀδ. Ε. 306, Ἡρόδ. 2. 142, Ἀριστοφάν. Πλ. 851, κλπ.· - μεθ’ Ὅμηρ. ὡσαύτως τετράκι Συλλ. Ἐπιγραφ. 17, Πινδ. Ν. 7. 153, Καλλ. Ἐπιγράμμ. 55. 2· τὸ τετράκις ἄρχοντα τὴν μεγίστην ἀρχὴν (ἀντὶ τὸ τέταρτον) Ἐπιγρ. Ὀλβίας, CIG. 2059.

French (Bailly abrégé)

adv.
quatre fois.
Étymologie: τέσσαρες, -ακις.

English (Autenrieth)

four times, Od. 5.306†.

Spanish

cuatro veces

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και τετράκι και τετράκιν Α
επίρρ. (στη νεοελλ. λόγιος τ.) τέσσερεις φορές («τετράκις ἔλεγον», Ηρόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < τετρ(α)- επιρρμ. κατάλ. -άκις / -άκι (πρβλ. πεντ-άκις)].

Greek Monotonic

τετράκις: [ᾰ], επίρρ., τέσσερις φορές, Λατ. quater, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Αττ.· τετράκι, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

τετράκις: (ᾰ) adv. четыре раза, четырежды Hom. etc.

Middle Liddell


four times, Lat. quater, Od., Hdt., attic:— τετράκι, Pind.