Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φούρναρης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ο, θηλ. φουρνάρισσα και φουρναρίνα, Ν
1. επαγγελματίας που έχει φούρνο για να παρασκευάζει, να ψήνει και να πουλάει ψωμί ή να ψήνει παρασκευασμένα φαγητά πελατών, αρτοποιός
2. εργάτης σε φούρνο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. furnarius < furnus (βλ. λ. φούρνος) + κατάλ. -arius. Για τον αναβιβασμό του τόνου πρβλ. γουνάρης: γούναρης].