Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀδμής

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀδμής Medium diacritics: ἀδμής Low diacritics: αδμής Capitals: ΑΔΜΗΣ
Transliteration A: admḗs Transliteration B: admēs Transliteration C: admis Beta Code: a)dmh/s

English (LSJ)

ῆτος, ὁ, ἡ, poet. for ἀδάματος, (Hom. only in Od.), of maidens,

   A unwedded, παρθένος ἀδμής 6.109,228; ἀδμῆτας ἀδελφάς S.OC1056 (lyr.).    2 of animals, unbroken, ἡμίονοι . . ἀδμῆτες Od.4.637.    3 c. gen., ἀδμᾶτες νούσων unsubdued by... B.Fr.19.

Greek (Liddell-Scott)

ἀδμής: ῆτος, ὁ, ἡ, ποιητ. ἀντὶ τοῦ ἀδάματος, Ὅμ. μόνον ἐν Ὀδ. ἐπὶ νεανίδων, ἀνύπανδρος, ἄγαμος· Παρθένος ἀδμής, Ζ. 109, 228· οὕτως ἀδμῆτας ἀδελφάς, Σοφ. Ο. Κ. 1056. 2) ὡς τὸ ἄδμητος, ἐπὶ κτηνῶν, ἅπαξ ἐν Ὀδ., ἡμίονοι ... ἀδμῆτες, Δ. 637. 3) μετὰ γεν. ἀδμᾶτες νούσων, ἀκατάβλητοι ὑπό ... Βακχυλ. 34.

French (Bailly abrégé)

ῆτος (ὁ, ἡ)
non encore soumis au joug ; p. anal. encore vierge.
Étymologie: ἀ, δάμνημι.

English (Autenrieth)

(δάμνημι): untamed, unbroken; παρθένος, ‘unwedded;’ cf. δάμαρ. (Od.)

Spanish (DGE)

-ῆτος
1 de anim. que no está domado o domesticado ἡμίονοι Od.4.637, βοῦς h.Merc.103, πῶλος Epicr.8.4, μόσχος Babr.37.7, ἵπποι Luc.Zeux.6.
2 de hombres, c. gen. ἀδμῆτες νούσων no vencidos por las enfermedades B.Fr.23.1.
3 de diosas y mujeres virgen παρθένος Od.6.109, 228, h.Cer.145, Hes.Fr.59.4, A.Supp.149, S.OC 1056, A.R.3.4, 4.897, Nonn.D.47.236, IEryth.224.10 (II d.C.).

• Etimología: Cf. δάμνημι.

Greek Monotonic

ἀδμής: -ῆτος, ὁ, ἡ,
1. ποιητ. αντί ἀδάματος, αδάμαστος, απείθαρχος, μη εξημερωμένος, λέγεται για ζώα, σε Ομήρ. Οδ.
2. επίσης, λέγεται για νεαρές παρθένους, ανύπαντρη, άγαμη, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀδμής: ῆτος adj.
1) неукрощенный, т. е. не приученный к ярму (ἡμίονοι Hom.);
2) девственная, незамужняя (παρθένος Hom.; ἀδελφαί Soph.).

Middle Liddell

[poetic for ἀδάματος,]
1. untamed, of cattle, Od.
2. of maidens, unwedded, Od.