Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἅπαξ

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἅπαξ Medium diacritics: ἅπαξ Low diacritics: άπαξ Capitals: ΑΠΑΞ
Transliteration A: hápax Transliteration B: hapax Transliteration C: apaks Beta Code: a(/pac

English (LSJ)

[ᾰπ], Adv.

   A once, once only, once for all, first in Od., ὅτε τ' ἄλλοι ἅ. θνῄσκουσ' ἄνθρωποι 12.22; ἅ. . . ἀπὸ θυμὸν ὀλέσσαι ib.350; ἀπαλλάχθηθ' ἅ. E.Cyc.600; οὐχ ἅ. μόνον more than once, A.Pr.211; ἅ. . . κοὐχὶ δίς S.OC1208; πολλάκις καὶ οὐχὶ ἅ. Hdt.7.46; πολλάκις τε κοὐχ ἅ. S.OT1275; μὴ ἅ. ἀλλὰ πολλάκις Antipho 1.3, cf. Pl.Lg.711a; μὴ δίς, ἀλλ' ἅ. μόνον Arist.Pol.1299a10; of the self-creation of Νοῦς, τὴν ποίησιν αὑτοῦ . . ἅ. εἶναι Plot.6.8.21; ἅ. ἔτι yet this once, A.Ag.1322; τὸ ἅ. τοῦτο at this moment, LXX2 Ki.17.7; ἅ. δυοῖν ποδοῖν, i.e. two square feet (1 x 2), opp. δυοῖν δίς (2 x 2), four, Pl.Men.82c.    2 c. gen., ἅ. τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἔτεος ἑκάστου ἅ., Hdt.2.59, 4.105; also ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἅ. Id.2.132.    3 once on a time, formerly, ἅ. καὶ ἅ. LXXJd.20.30.    II without any notion of number, after conditional and temporal Particles, if once, when once, εἴπερ ἐσπείσω γ' ἅ. if once you have made a treaty, Ar.Ach.307. cf. 923; ἢν ἅ. ἁλῷ Id.V.898, cf. Av.342; ἂν ἅ. τις ἀποθάνῃ Amphis 8; ἐπειδήπερ γ' ἅ. ἐμοὶ σεαυτὸν παραδέδωκας Ar.V.1129; ἐπεὶ ἅ. ἐταράχθησαν Th.7.44; ὡς ἅ. ἤρξατο X.HG5.4.58; ἐπεὶ ἅ. αὐτοῖς φίλος ἐγένετο Id.An.1.9.10, cf. 3.2.25, Isoc.12.242; ὡς ἅ. ἐγκλήματα ἐταράχθη D.18.151: so with part., ἐπὶ γᾶν ἅ. πεσὸν… αἷμα A.Ag.1019(lyr.); ἅ. θανόντος οὔτις ἔστ' ἀνάστασις Id.Eu.648; ἅ. ἐλθόντες Pl.Prm.165e, cf. Ep.Hebr.6.4, etc. (ἁ- = sṃ (cf. εἷς) ; -παξ akin to πήγνυμι.)

German (Pape)

[Seite 279] 1) einmal, von Hom. Od. 12, 22. 350 an bei allen Schriftstellern, πολλάκις κοὐχ ἅπαξ Her. 7, 46; Soph. O. R. 1275; öfter Plat. – 2) überhaupt, bes. nach ἐπεί, ἐπειδάν, ἐάν, da einmal, vgl. Plat. Polit. 257 c Crat. 403 b. – Oft mit praepos. κατά, εἰς, πρός verbunden, mit denen es zu einem Wort verschmilzt.

Greek (Liddell-Scott)

ἅπαξ: ἐπίρρ. (ἀντὶ ἁπάκις, ὡς τὸ πολλάκις καὶ ἑξάκις, κτλ.): - μίαν φοράν, μόνον μίαν φοράν, ἅπαξ διὰ παντός, ὡς τὸ Λατ. semel (Βεντλ. Ὁρατ. Σάτ. 2. 8, 24), κατὰ πρῶτον ἐν Ὀδ., ὅτε τ’ ἄλλοι ἅπαξ θνήσκουσ’ Μ. 22· ἅπαξ... ἀπὸ θυμὸν ὀλέσσαι αὐτόθι 350· πρβλ. Εὐρ. Κύκλ. 600: οὐχ ἅπαξ μόνον, πλέον ἢ ἅπαξ, Αἰσχύλ. Πρ. 209· ἅπαξ.., κοὐχὶ δὶς Σοφ. Ο. Κ. 1208· πολλάκις καὶ οὐχὶ ἅπαξ Ἡρόδ. 7. 46· πολλάκις τε κοὐχ ἅπαξ Σοφ. Ο. Τ. 1275· οὐχ ἅπαξ ἀλλὰ πολλάκις Ἀντιφῶν 111. 45, Πλάτ. Νόμ. 711Α· οὐ δὶς ἀλλ’ ἅπαξ μόνον Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 15, 1. ἅπαξ ἔτι, ἀκόμη μίαν φοράν, ἀκόμη ταύτην τὴν φοράν, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1322· ἅπ. δυοῖν ποδοῖν, δύο τετραγωνικοὺς πόδας (1x2), κατ’ ἀντίθ. πρὸς τὸ δυοῖν δὶς (2×2) = τέσσαρες, Πλάτ. Μένων 82C. 2) μετὰ γεν., ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἅπαξ ἔτεος ἑκάστου Ἡρόδ. 2. 59., 4. 105· ὡσαύτως, ἅπαξ ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ὁ αὐτ. 2. 132. ΙΙ. ἄνευ ἐννοίας τινὸς ἀριθμητικῆς κατόπιν τῶν μορίων εἴπερ, ἤν, ἐπεί, ὡς, ὅταν, ὡς τὸ Λατ. ut semel, ἐὰν ἅπαξ, ἀφοῦ ἅπαξ, εἴπερ ἐσπείσω γ’ ἅπαξ, ἂν ἅπαξ ἔκαμες σπονδάς, εἰρήνην, Ἀριστοφ. Ἀχ. 307· πρβλ. 923· ἢν ἅπαξ ἁλῷ ὁ αὐτ. Σφ. 898, πρβλ. Ὄρν. 342· ἂν ἅπαξ τις ἀποθάνῃ Ἄμφις ἐν «Γυναικοκρατίᾳ» 1· ἐπειδήπερ γ’ ἅπαξ ἐμοὶ σεαυτὸν παραδέδωκας Ἀριστοφ. Σφ. 1129· ἐπεὶ ἅπαξ ἐταράχθησαν Θουκ. 7. 44· ὡς ἅπαξ ἤρξατο Ξεν. Ἑλλ. 5. 4, 58· ἐπεὶ ἅπαξ αὐτοῖς φίλος ἐγένετο ὁ αὐτ. Ἀν. 1. 9, 10, πρβλ. 3. 2, 25, Ἰσοκρ. 283D· ὡς ἅπαξ... ἐγκλήματα... ἐταράχθη Δημ. 277. 23· οὕτω μετὰ μετοχ., ἐπὶ γᾶν ἅπαξ πεσόν... αἷμα Αἰσχύλ. Ἀγ. 1019· ἅπαξ θανόντος οὔτις ἔστ’ ἀνάστασις ὁ αὐτ. Εὐμ. 648· ἅπαξ ἐλθόντες Πλάτ. Παρμ. 165Ε. - Πρβλ. εἰσάπαξ. (Περὶ τῆς ῥίζης ἐν α ἀθροιστικῷ καὶ ἐν τῇ λέξ. ἅμα· ἐντεῦθεν τὰ ἅπαξ, ἅπας, ἁ-πλόος, πρβλ. Σανσκρ. sakrt (ἅπαξ)· Λατ. semel, simplex, singuli).

French (Bailly abrégé)

adv.
une fois :
1 une seule fois : ἔτεος ἑκάστου ἅπαξ HDT une fois chaque année;
2 une fois pour toutes;
3 pour marquer qu’une chose est achevée, une fois : ἐπεὶ ἅπαξ ἐταράχθησαν THC lorsqu’une fois le trouble et la confusion se furent mis parmi eux ; ἅ μου ἅπαξ ἀκούσασα ταχὺ ἐπείθετο XÉN une fois qu’elle eut écouté ce que je lui disais, elle fut persuadée.
Étymologie: ἀ-, R. Παγ, fixer, cf. πήγνυμι.

English (Autenrieth)

once; ‘once for all,’ Od. 12.350. (Od.)

Spanish (DGE)

• Prosodia: [ᾰ-]
I en sent. numérico
1 una vez δισθανέες, ὅτε τ' ἄλλοι ἅ. θνῄσκουσ' ἄνθρωποι Od.12.22, οὐχ ἅ. μόνον A.Pr.209, τρίς ἐρραβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην tres veces he sido apaleado, una lapidado, 2Ep.Cor.11.25, ἅ. ... οὐχὶ δίς S.OC 1208, cf. Arist.Pol.1299a10, ἅ. καὶ δίς una primera y una segunda vez 1Ep.Thess.2.18, op. πολλάκις S.OT 1275, Hdt.7.46, Antipho 1.3, Χριστὸς ἅ. ... ἀπέθανεν 1Ep.Petr.3.18, οὐκ ἅ. οὐδὲ δεύτερον ni una vez ni dos e.d. muchas veces, PVindob.Tandem 8.2 (III/IV d.C.).
2 c. adv. ἅπαξ ἔτι una vez más A.A.1322
c. prep. πρὸς ἅπαξ de una vez por op. ‘a plazos’, POxy.1138.12 (V/VI d.C.), cf. ἐφ' ἅ. PFlor.158.10, καθῶς ἅ. καὶ ἅ. como otras veces LXX Id.20.30
c. dem. τὸ ἅ. τοῦτο en este momento LXX 2Re.17.7.
3 c. gen. una vez ἅ. τοῦ ἐνιαυτοῦ una vez al año Hdt.2.59, ἔτεος ἑκάστου ἅ. Hdt.4.105
c. giro preposicional ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἅ. Hdt.2.132.
4 mat. multiplicado por la unidad ἅ. ... δυοῖν ποδοῖν χωρίον superficie de dos pies (de largo) por uno (de alto) op. δὶς δυοῖν ‘de dos por dos’, Pl.Men.82c, cf. Papp.100.24, 27, 28, PMich.145.4.6
ἅ. μετρεῖ produce uno de cociente Papp.12.19, cf. 14.21.
5 gram. de palabras documentadas una sola vez en la lit. griega ἔστιν καὶ παρ' αὐτῷ (Demóstenes) πολλὰ εἰρημένα ἅ. PMil.Vogl.49.7 (VII d.C.).
II c. verb. en usos especiales
1 c. aor. y perf. de una vez, definitivamente βούλομ' ἅ. ... ἀπὸ θυμὸν ὀλέσσαι ἢ δηθὰ στρεύγεσθαι Od.12.350, ἀπαλλάχθηθ' ἅ. E.Cyc.600, δεῖ ... τὴν ποίησιν αὐτοῦ (τοῦ ἕν) ... ἅ. εἶναι la creación de él (del Uno) ... debe ser de una vez para siempre Plot.6.8.21, τὰ ὑπ' ἐμοῦ ἅ. κεκριμένα IFayoum 75.14 (I d.C.), διὰ τὸ ἅ. πεπληρῶσθαι por haber sido pagado definitivamente, PLond.991.17 (VI d.C.)
sobre todo en or. cond. temp. εἴπερ ἐσπείσω γ' ἅ. si ya has hecho un pacto Ar.Ach.307, κεἴπερ λάβοιτο τῶν νεῶν τὸ πῦρ ἅ. una vez que el fuego haya prendido en los barcos Ar.Ach.923, ἢν ἅ. ἁλῷ si de verdad resulta convicto Ar.V.898, ἂν ἅ. τις ἀποθάνῃ Amphis 8, ἐπειδήπερ γ' ἅ. ἐμοὶ σεαυτὸν παραδέδωκας ya que te has confiado a mí definitivamente Ar.V.1129, cf. A.D.Adu.135.18, ἐπεὶ ἅ. ἐταράχθησαν Th.7.44, ὡς ἅ. ἤρξατο X.HG 5.4.58, ἐπεὶ ἅ. φίλος αὐτοῖς ἐγένετο X.An.1.9.10, cf. 3.2.25, Isoc.12.242, ὡς δ' ἅ. ... ἐγκλήματα ... ἐταράχθη D.18.151.
2 c. part. una vez que ἐπὶ γᾶν πεσὸν ἅ. ... αἷμα A.A.1019, ἅ. θανόντος, οὔτις ἔστ' ἀνάστασις A.Eu.648, ἅ. ἐλθόντες Pl.Prm.165e
en general τοὺς ἅ. φωτισθέντας Ep.Hebr.6.4.
III c. valor de indef. alguna vez ἵνα ἅ. <καὶ> αὐτοὶ (σύνδεσμοι) πλεονάσωσι A.D.Coni.252.22, τοῦ γὰρ ν̅ ἅ. μετάθεσις εἰς τὸ σ̅ γίνεται A.D.Adu.170.18, εὕρηται δὲ ἀεὶ μὲν ἐνεργητικῶς, ἅ. δὲ καὶ παθητικῶς Thom.Mag.p.200.

• Etimología: Compuesto de *sm̥- (cf. ἅμα) y la raíz de πήγνυμι, q.u.

English (Strong)

probably from ἅπας; one (or a single) time (numerically or conclusively): once.

English (Thayer)

adverb, once, one time (from Homer down);
a. universally: ἔτι ἅπαξ, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, Herodotus 2,59, etc.).
b. like Latin semel, used of what is so done as to be of perpetual validity and never need repetition, once for all: καί ἅπαξ καί δίς indicates a definite number (the double καί emphasizing the repetition, both once and again i. e.) twice: ἅπαξ καί δίς means (once and again i. e.) several times, repeatedly: Philippians , the passage cited).

Greek Monolingual

(AM ἅπαξ) επίρρ.
μία φορά, μία μόνο φορά
νεοελλ.
1. όταν, μόλις, αφού, εφόσον
2. φρ. «άπαξ διαπαντός», μια για πάντα, οριστικά
«εφάπαξ», το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε μία μόνο δόση
1. αρχ.
1. άλλοτε, κάποτε, παλαιότερα, μια φορά
2. φρ. «τὸ ἅπαξ τοῡτο» — για μια στιγμή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α - (αθροιστικό) + παξ(πήγνυμι).
ΣΥΝΘ. (α' συνθετικό) απαξάπας
αρχ.
απαξαπλώς
(β' συνθετ.) εφάπαξ
αρχ.
αφάπαξ, εισάπαξ, καθάπαξ, κατάπαξ, προσάπαξ.

Greek Monotonic

ἅπαξ: επίρρ. (α αθροιστικό και √ΠΑΓ, πήγνυμι, πρβλ. Λατ. sim-plex),
I. 1. μια φορά, μόνον μία φορά, άπαξ δια παντός, όπως το Λατ. semel, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Αττ.
2. με γεν., ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, μια φορά τον χρόνο, σε Ηρόδ.
II. χωρίς οποιαδήποτε αριθμητική έννοια, μετά τα εἴπερ, ἤν, ἐπεί, ὡς, ὅταν, όπως το Λατ. ut semel· εἴπερ ἐσπείσω γ' ἅπαξ, εάν άπαξ (δηλ. αφού, εφόσον) έκανες σπονδές, ειρηνευτική συμφωνία, σε Αριστοφ.· ὡς ἅπαξ ἤρξατο, εφόσον (άπαξ και) είχε αρχίσει, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἅπαξ: adv.
1) один раз, однажды (πολλάκις те κοὐχ ἅ. Soph.): ἔτεος ἑκάστου ἅ. Her. раз в год, ежегодно; ἅ. δυοῖν ποδοῖν Plat. два квадратных фута;
2) (тж. εἰς ἅ.) разом, зараз, сразу (πάντα συλλαβεῖν Eur.);
3) раз уж: εἴπερ λἀβοιτο τὸ πῦρ ἅ. Arph. если уж загорится.

Etymological

Grammatical information: adv.
Meaning: once (Od.).
Origin: IE [Indo-European] [787] *peh₂ǵ- make solid
Etymology: From < *sm̥- one (cf. εἷς) and -παξ, to πήγνυμι (cf. ὀδάξ, λάξ, ἀναμίξ etc.), with adverbial .

Middle Liddell

copulat., and root παγ, πήγνυμι, cf. lat. simplex.]
I. once, once only, once for all, like Lat. semel, Od., Hdt., attic
2. c. gen., ἅπ. τοῦ ἐνιαυτοῦ once in the year, Hdt.
II. without any notion of number, after εἴπερ, ἤν, ἐπεί, ὡς, ὅταν, like Lat. ut semel, εἴπερ ἐσπείσω γ' ἅπαξ if once you have made a treaty, Ar.; ὡς ἅπαξ ἤρξατο once he had begun, Xen.