Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀκατάλληλος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἀκατάλληλος Medium diacritics: ἀκατάλληλος Low diacritics: ακατάλληλος Capitals: ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΣ
Transliteration A: akatállēlos Transliteration B: akatallēlos Transliteration C: akatallilos Beta Code: a)kata/llhlos

English (LSJ)

ον,

   A not fitting together, incongruous, τόποι Plb.6.42.3, cf. Arist.Mu.397b31, Arr.Epict.2.11.8; unsuitable, Ruf.Fr.62; inconsequent, Phld.Po.1676.8:—esp. Gramm., ungrammatical, ἐνθύμημα D.H.Dem.27; lacking in concord, A.D.Synt.30.5, al. Adv. -ως ungrammatically, λόγος -ως συντεταγμένος Diog. Bab.Stoic.3.214; -ως κείμενα A.D.Synt.89.18; generally, incongruously, Porph.Abst.2.40:—also in Law, not in conformity with regulations, χρηματίζειν, πρᾶξαι, PGnom.117,106 (ii A. D.).

Greek (Liddell-Scott)

ἀκατάλληλος: -ον, ἀνάρμοστος, ἀσύμφωνος, ἑτερογενής. Ἀριστ. Κόσμ. 6, 6. Διον. Ἁλ. περὶ Δημ. 27, κτλ. - Ἐπίρρ. -ως, Διογ. Λ. 7. 59: - οὐσιαστ. ἀκαταλληλότης, ητος, ἡ, ἢ ἀκαταλληλία, ἡ, Ἀπολλ. περὶ Συντάξ. 194 καὶ 199.

Spanish (DGE)

-ον
I 1incoherente ἀσθενὴς καὶ ἀ. Arist.Mu.397b31, cf. Arr.Epict.2.11.8
inconsecuente op. συνέχων ‘coherente’, Phld.Po.C 19.10.
2 inadecuado, inconveniente τόποι Plb.6.42.3, cf. Ruf.Fr.62, ἀκαταλλήλαις ὥραις PIand.112.7 (II/III d.C.).
II gram.
1 gramaticalmente incorrecto ἐνθύμημα D.H.Dem.27.2.
2 que no concuerda, falto de concordancia A.D.Synt.30.5, Anon.Sol.181.22.
III adv. -ως
1 incoherentemente Porph.Abst.2.40.
2 de manera contraria a las normas reglamentarias πρᾶξαι PGnom.37, cf. 42 (II d.C.).
3 gram. de forma gramaticalmente incorrecta λόγος ἀ. συντεταγμένος Diog.Bab.Stoic.3.214
en forma no concordante, con anacoluto ἀ. κείμενα A.D.Synt.89.18, cf. Anon.Sol.186.19.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀκατάλληλος, -ον)
αυτός που δεν προσαρμόζεται σε κάτι, δεν ταιριάζει με κάτι, ο ασύμφωνος ή ο άκαιρος, ο άτοπος
«ακατάλληλη ώρα», «ακατάλληλος υπάλληλος», «ακατάλληλη ταινία» ή «έργο» — ταινία ή έργο που δεν πρέπει να παρουσιαστεί ή να διαβαστεί, είτε λόγω ηλικίας τών θεατών ή αναγνωστών είτε γιατί το περιεχόμενο του αντίκειται στον ηθικό και νομικό κώδικα της κοινωνίας
αρχ.
ο σόλοικος, αυτός που περιέχει συντακτικό σφάλμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + κατάλληλος.
ΠΑΡ. ἀκαταλληλία, νεοελλ. ακαταλληλότητα].

Russian (Dvoretsky)

ἀκατάλληλος: несвязный; несогласованный, неупорядоченный Arst.