Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνήλατος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀνήλᾰτος Medium diacritics: ἀνήλατος Low diacritics: ανήλατος Capitals: ΑΝΗΛΑΤΟΣ
Transliteration A: anḗlatos Transliteration B: anēlatos Transliteration C: anilatos Beta Code: a)nh/latos

English (LSJ)

ον, A not malleable, Arist.Mete.385a16: metaph., stubborn, Anacr.140. 2 not struck with a hammer, LXXJb.41.15.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 229] ungezügelt, wild, vom Zugvieh, E. M.; vom Metall, nicht zu treiben, Arist. Meteor. 4, 9.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνήλᾰτος: -ον, (ἐλαύνω) ὃν δὲν δύναταί τις διὰ τῆς σφυρηλατήσεως νὰ ἐκτείνῃ, ὁ μὴ ἐλατός, οἷον λίθος καὶ ξύλον Ἀριστ. Μετεωρ. 4. 9, 17: μεταφ., ἰσχυρογνώμων, ἄκαμπος, ἀπειθής, Ἀνακρ. 138 Bgk. - ἐπὶ ζῴων· «ἀνήλατος, ὁ μηδέπω δαμασθείς» Σουΐδ.

Spanish (DGE)

(ἀνήλᾰτος) -ον

• Alolema(s): ἀνείλατος IGLS 1.119, 212 (I a.C.); ἀνέλατος Olymp.in Mete.326.38
1 no maleable ἐλατὸν ἀνήλατον de clases de cuerpos físicos, Arist.Mete.385a16, cf. Olymp.l.c., del yunque, LXX Ib.41.16.
2 fig. que no se deja llevar, obstinado de pers., Anacr.145
de abstr. implacable νόμος ἀνειλάτους ἔχει ποινάς IGLS 1.119 (I a.C.), ὀργή IGLS 1.212 (I a.C.).

Greek Monolingual

ἀνήλατος, -ον (Α)
1. αυτός που δεν μπορεί να σφυρηλατηθεί
2. μτφ. ισχυρογνώμων, άκαμπτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανα- + -ηλατος < ελατός (< ελαύνω) με έκταση της α΄ συλλαβής].

Russian (Dvoretsky)

ἀνήλᾰτος: не тягучий (λίθος καὶ ξύλον Arst.).