Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπειθής

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἀπειθής Medium diacritics: ἀπειθής Low diacritics: απειθής Capitals: ΑΠΕΙΘΗΣ
Transliteration A: apeithḗs Transliteration B: apeithēs Transliteration C: apeithis Beta Code: a)peiqh/s

English (LSJ)

ές,

   A disobedient, S.Fr.45; ἀ. τοῖς νόμοις Pl.Lg.936b; of ships, τοῖς κυβερνήταις ἀπειθεστέρας τὰς ναῦς παρεῖχον less obedient to them, Th.2.84, cf. D.C.50.29 (Comp.), Orph.A.247; στράτευμα X.Eq. 3.6; of horses, Id.Eq.Mag.1.3; ἀπειθέα τεύχειν work disobedience, Call.Dian.66. Adv. ἀπειθῶς, ἔχειν πρός τινα Pl.R.391b.    b unbelieving, Nonn.D.8.306.    2 of things, inflexible, rigid, κέντρον Ael. NA1.55; σιδήρου καὶ ἀδάμαντος ἀπειθέστεροι Ph.2.87; ὀδόντες ἀ. unyielding, Opp.C.2.511; χῶρος ἀ. impracticable, of Hades, Hermesian. 7.3; δίκη ἀ. Νεμέσεως IG4.444.    II Act., not persuasive, incredible, μῦθος Thgn.1235; uninviting, πρὸς τὴν γεῦσιν Hices. ap. Ath.3.87b, c; τὴν γεῦσιν Id.323a; of places, difficult of access, Ael.Fr.120.

German (Pape)

[Seite 283] ές (πείθομαι), ungehorsam, τινί Thuc. 2, 84; νόμοις Plat. Legg. XI, 936 b, u. öfter; ἀπειθέστατοι στρατιῶται Xen. Mem. 3, 5, 19; von Pferden, Equ. 3, 6; trotzig, hart, τύχη Pind. frg. 15; ἀδάμας Paul. Sil. 3 (V, 246); κακὸς καὶ ἀπειθὴς χῶρος, von der Unterwelt, Hermesianax bei Ath. XIII, 597 b; von Schiffen, Thuc. 2, 84, schwer zu lenken. – Aber μῦθον ἀπειθῆ ἐρεῖν, Theogn. 1235, nicht überredend; vgl. πρὸς τὴν γεῦσιν ἀπ., zum Kosten nicht einladend, Ath. III, 87 c. – Adv., ἀπειθῶς ἔχειν πρός τινα, ungehorsam sein gegen Einen, Plat. Ben. III, 891 b.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπειθής: -ές, ὁ μὴ ὑπακούων, παρήκοος, Σοφ. Ἀποσπ. 45· ἀπ. τοῖς νόμοις Πλάτ. Νόμ. 936D· ἐπὶ πλοίων, τοῖς κυβερνήταις ἀπειθεστέρας τὰς ναῦς παρεῖχον, μᾶλλον δυσδιοικήτους, Θουκ. 2. 84· πρβλ. Ξεν. Ἱππ. 3. 6· ἀπειθέα τεύχειν, ἀπείθειαν ἀπεργάζεσθαι, εἶναι ἀπειθῆ, Καλλ. εἰς Ἄρτ. 66: ― Ἐπίρρ. ἀπειθῶς ἔχειν πρός τινα Πλάτ. Πολ. 391Β. 2) ἐπὶ πραγμάτων, ἄκαμπτος, τραχύς, σκληρός, κέντρον Αἰλ. π. Ζ. 1. 55· σιδήρου ἀπειθέστεροι Φίλων 2. 87· ὀδόντες ἀπ., μὴ ὑποχωροῦντες, Ὀππ. Κ. 2. 511· χῶρος ἀπ., δυσχερής, Ἑρμησιάν, 5.3. ΙΙ. ἐνεργ., ὁ μὴ πείθων, ἀπίστευτος, μῦθος Θέογν. 1235· ὁ μὴ προκαλῶν, μὴ διεγείρων τὴν ὄρεξιν, πρὸς τὴν γεῦσιν Ἀθήν. 87C· τὴν γεῦσιν ὁ αὐτ. 323Α· οὕτως, ἐπὶ χωρῶν, Αἰλ. παρὰ Σουΐδ.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
désobéissant, indocile ; difficile à manier, résistant.
Étymologie: ἀ, πείθομαι.

English (Slater)

ᾰπειθής
   1 inflexible (Τύχα) ἀπειθής (Reiske: πένθης, πευθὴς codd. Plutarchi: “P. hatte gemeint, der Erfolg ließe sich nicht durch Peitho bestimmen” Wil., Kl. Sch. iv. 505) fr. 40.

Spanish (DGE)

-ές
I de abstr. y cosas
1 increíble μῦθος Thgn.1235
ref. al gusto poco convincente, poco apetecible (κτένες) πρὸς τὴν γεῦσιν ἀ. Hices. en Ath.87c, cf. 323a.
2 que no se deja persuadir, inexorable, duro τύχα Pi.Fr.40, δίκη ... ἀ. Νεμέσεως IG 4.444.9 (Fliasia), καρδία LXX Ie.5.23, ὀδόντες Opp.C.2.511, κέντρον Ael.NA 1.55
de lugares de difícil acceso, impracticable τόποι Ael.Fr.120, del Hades χῶρος Hermesian.7.3, κέλευθος Hp.Ep.17 (p.370).
II de pers. y personif.
1 desobediente, rebelde S.Fr.50, de los judíos λαός Ep.Barn.12.4, cf. LXX Is.30.9, Si.16.6, Ph.2.87 (compar.), στράτευμα X.Eq.3.6, de caballos, X.Eq.Mag.1.3
c. dat. ἀ. τοῖς νόμοις Pl.Lg.936b
de naves poco manejables, que no obedecen al piloto τοῖς κυβερνήταις ἀπειθεστέρας τὰς ναῦς Th.2.84, cf. D.C.50.29.1, Orph.A.247
subst. neutr. plu. ὅτε κουράων τις ἀπειθέα μητέρι τεύχοι cuando alguna de las muchachas trama desobediencias para con la madre Call.Dian.66.
2 incrédulo Ἀγαύη Nonn.D.8.306, γυνή Chrys.M.59.185.
III adv. -ῶς desobedientemente ὡς πρὸς ποταμόν, θεὸν ὄντα, ἀπειθῶς εἶχεν Pl.R.391b.

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and πείθω; unpersuadable, i.e. contumacious: disobedient.

English (Thayer)

ἀπειθες, genitive ἀπειθους (πείθομαι), impersuasible, uncompliant, contumacious (A. V. disobedient): absolutely, τίνι, Thucydides down; (in Theognis, 1235 actively not persuasive).)

Greek Monolingual

-ές (AM ἀπειθής, -οῡς)
απειθάρχητος, ανυπάκουος
αρχ.
ενεργ. αυτός που δεν πείθει, μη πειστικός.

Greek Monotonic

ἀπειθής: -ές (πείθομαι)·
I. ανυπάκουος, απείθαρχος, τοῖς νόμοις, σε Πλάτ.· λέγεται για πλοία, τοῖς κυβερνήταις ἀπειθεστέρας, πιο δύσκολα στο να κυβερνηθούν, σε Θουκ.
II. Ενεργ., μη πειστικός, απίστευτος, απίθανος, σε Θέογν.

Russian (Dvoretsky)

ἀπειθής: непослушный, непокорный (στρατιῶται, ἵππος Xen.; τινι Thuc., Plat.).

Middle Liddell

[πείθομαι]
I. disobedient, τοῖς νόμοις Plat.; of ships, τοῖς κυβερνήταις ἀπειθεστέραι less obedient to them, Thuc.
II. act. not persuasive, incredible, Theogn.

Chinese

原文音譯:¢peiq»j 阿-胚帖士
詞類次數:形容詞(6)
原文字根:不-(可)說服(的) 相當於: (מָרָה‎) (מְרִי‎)
字義溯源:不受勸導的,不信從的,頑固的,悖逆的,違背的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(ἐπισείω / πείθω)*=說服)組成。這字本意是:下信從,不服從。中譯為:違背。悖逆
出現次數:總共(6);路(1);徒(1);羅(1);提後(1);多(2)
譯字彙編
1) 違背(3) 徒26:19; 羅1:30; 提後3:2;
2) 悖逆(1) 多3:3;
3) 悖逆的(1) 多1:16;
4) 悖逆的人(1) 路1:17