Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναμίξ

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ἀναμίξ Medium diacritics: ἀναμίξ Low diacritics: αναμίξ Capitals: ΑΝΑΜΙΞ
Transliteration A: anamíx Transliteration B: anamix Transliteration C: anamiks Beta Code: a)nami/c

English (LSJ)

Adv.

   A promiscuously, pell-mell, Hdt.1.103, Hellanic.71(a)J., Th.3.107: c. dat., γυναῖκες ἀ. ἀνδράσιν Str.3.3.7, cf. 4.6.3, Jul.Gal. 100c.

German (Pape)

[Seite 198] vermischt, durcheinander, Her. 1, 103; Thuc. 3, 107 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναμίξ: ἐπίρρ., ἀναμεμιγμένως, πρὸ τοῦ δὲ ἀναμίξ ἦν πάντα ὁμοίως ἀναπεφυρμένα Ἡρόδ. 1. 103· ἀναμὶξ τεταγμένοι Θουκ. 3. 107.

French (Bailly abrégé)

adv.
pêle-mêle.
Étymologie: ἀναμίγνυμι.

Spanish (DGE)

adv.
1 confusamente, en desorden ἀ. ... πάντα ... ἀναπεφυρμένα Hdt.1.103, ἀ. τεταγμένοι Th.3.107, ποιεῖσθαι τὴν μάχην ἀ. Plb.1.45.9, αἰγιαλοὶ ... σεσωρευμένοι ἀ. Plb.16.8.9, cf. AP 4.1.9 (Mel.), Hsch., Sud.
ἀ. ποιέειν mezclar Hp.Mul.2.205
de pers. ἀ. ἐκάθητο καὶ ἀθανάτη περ ἐοῦσα se sentaba confundiéndose (entre los hombres) a pesar de ser una inmortal Arat.104.
2 subst. τὸ ἀναμίξ ... τῆς αὐλήσεως la capacidad de combinar modulaciones ... propia del arte de tocar la flauta Philostr.VA 5.21.
3 c. dat. junto, juntamente ἀ. τέκνοις Plb.2.56.7, ἀ. τὰ ἄρρενα τοῖς θήλεσι Arist.HA 621b25, cf. Iul.Gal.100c.

Greek Monolingual

ἀναμίξ επιρρ. (Α) ἀναμείγνυμι
ανάμικτα, ανακατωμένα.

Greek Monotonic

ἀναμίξ: (ἀναμίγνυμι), επίρρ., κατά τύχη, συγκεχυμένα, ανακατωμένα, σε Ηρόδ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἀναμίξ: adv. вперемешку, как попало, без разбора Her., Thuc., Xen., Arst., Polyb.

Middle Liddell

ἀναμίγνυμι
adv., promiscuously, Hdt., Thuc.