ἀντιδουλεύω
ἐν πίθῳ ἡ κεραμεία γιγνομένη → trying to run before you can walk, the potter's art starting on a big jar
English (LSJ)
serve in turn, τοῖς τεκοῦσι γὰρ δύστηνος ὅστις μὴ ἀντιδουλεύει τέκνων E.Supp.362.
Spanish (DGE)
servir en correspondencia τοῖς τεκοῦσι γὰρ δύστηνος ὅστις μὴ ἀντιδουλεύει τέκνων pues es un miserable el hijo que no sirve a su vez a sus padres E.Supp.362.
German (Pape)
[Seite 251] dagegen Sklave sein, Dienste mit Diensten vergelten, τινί Eur. Suppl. 344.
French (Bailly abrégé)
servir à son tour, τινι.
Étymologie: ἀντί, δουλεύω.
Russian (Dvoretsky)
ἀντιδουλεύω: служить в свою очередь (τινί Eur.).
Greek (Liddell-Scott)
ἀντιδουλεύω: ἀνταποδίδω ὑπηρεσίαν, τοῖς τεκοῦσι γὰρ δύστηνος ὅστις μἀντιδουλεύει (μὴ ἀντιδουλεύει, Ναύκιος) τέκνων Εὐρ. Ἱκ. 362.
Greek Monolingual
ἀντιδουλεύω (Α)
εξυπηρετώ, φροντίζω κι εγώ.
Greek Monotonic
ἀντιδουλεύω: μέλ. -σω, υπηρετώ στη θέση κάποιου άλλου, τινός, σε Ευρ.