Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δουλεύω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: δουλεύω Medium diacritics: δουλεύω Low diacritics: δουλεύω Capitals: ΔΟΥΛΕΥΩ
Transliteration A: douleúō Transliteration B: douleuō Transliteration C: douleyo Beta Code: douleu/w

English (LSJ)

(δοῦλος)

   A to be a slave, Hdt.2.56, And.1.138, Pl.Lg. 777d, etc.; παρά τινι D.18.129: c. acc. cogn., δουλείαν δ. X.Mem.3.12.2, Pl.Smp.183a, al.    2 serve, be subject, τό τ' ἄρχειν καὶ τὸ δ. δίχα A.Pr.927, etc.; δ. ζεύγλαις ib.463; τοῖς ἄρχουσι καὶ τοῖς νόμοις Pl.Lg.698b; ἡδονῇ Id.Phdr.238e, etc.; δ. γαστρί, ὕπνῳ, λαγνείᾳ, X. Mem.1.6.8; κεναῖς δόξαις Polystr.p.29 W.; τῇ γῇ δ. make oneself a slave to one's land, i. e. give up rights that one may keep it, Th.1.81; so δ. τῇ κτήσει αὐτοῦ Pl.R.494d; δουλεύομεν δόξαισιν Philem.93.8; δ. τῷ καιρῷ accommodate oneself to the occasion, AP9.441 (Pall.); θυμῷ Hdn.1.17.6.    3 render a service, τινά PLond.5.1727.11 (vi A. D.).

German (Pape)

[Seite 661] ein Knecht sein, als Knecht dienen, Ggstz ἄρχειν, Aesch. Prom. 929; neben ἄρχεσθαι Plat. Phaed. 79 e; Folgde; καὶ ὑπηρετεῖν Plat. Euthyd. 282 b; übh. = unterworfen sein; auch ταῖς ἡδοναῖς, Isocr. 1, 21, wie Plat. Phaedr. 238 e; u. γαστρί, dem Bauche fröhnen, Xen. Mem. 1, 6, 8; τῷ θυμῷ, Hdn. 1, 17, 14; καιρῷ, Pallad. 133 (IX, 441), sich nach der Zeit bequemen, wie τοῖς λυσιτελοῦσιν Dem. 19, 153; – δουλείαν δουλεαειν sagt Plat. Legg. III, 698 e.

Greek (Liddell-Scott)

δουλεύω: (δοῦλος) εἶμαι δοῦλος· ἀντίθ. δεσπόζω, τινὶ Ἀνδοκ. 18.8, Πλάτ., κτλ.· παρά τινι Δημ. 270. 8· μετὰ συστοίχ. αἰτιατ., δουλείαν δ. Ξεν. Ἀπομν. 3. 12, 2, Πλάτ. Συμπ. 183Α, κ. ἀλλ. 2) εἶμαι δοῦλοςὑπήκοος, ἀντίθ. ἄρχω, Ἡρόδ. 2. 56, κτλ., Αἰσχύλ. Πρ. 927, κτλ.· δουλ. ζεύγλαις αὐτόθι 463· τοῖς νόμοις Πλάτ. νόμ. 698Β· ἡδονῇ ὁ αὐτ. Φαίδρ. 238Ε, κτλ.· δ. γαστρί, ὕπνῳ, λαγνείᾳ Ξεν. Ἀπομν. 1. 6, 8· τῇ γῇ δ., εἶμαι δοῦλος τῆς γῆς, δηλ. παραχωρῶ δικαιώματα, ἵνα διατηρήσω αὐτήν, Θουκ. 1. 81· οὕτω, δ. τῇ κτήσει αὐτοῦ Πλάτ. Πολ. 494D· δουλεύομεν δόξαισιν Φιλήμ. ἐν Ἀδήλ. 8. 8· δ. τῷ καιρῷ, προσαρμόζω ἐμαυτὸν πρὸς τὴν περίστασιν, οἰκονομῶ τὰς περιστάσεις, Λατ. inservire temporibus, Ἀνθ. Π. 9. 441.

French (Bailly abrégé)

f. δουλεύσω, ao. ἐδούλευσα, pf. inus.
être esclave de, τινι.
Étymologie: δοῦλος.

Spanish (DGE)

I 1ser esclavo, servir como esclavo ἡ γυνὴ ... δουλεύουσα Hdt.2.56, ἤδη δεῖ με δουλεύειν πάλιν S.El.814, οἱ δὲ δουλεύσαντες καὶ διαδιδράσκοντες ὕστερον Th.7.85, δουλεύοντες τὸν βίον διετέλεσαν And.Myst.138, cf. Pl.Lg.777d, Lys.31.26, δουλεῦσαι αὐτὸν καὶ ἐργάσασθαι λίθους de Sócrates, Duris 78, de pueblos o grupos humanos Γῆ ... πρόσθεν δὲ δουλεύουσα ref. Atenas, Sol.24.7, c. ac. int. δουλεύουσι ... τὴν χαλεπωτάτην δουλείαν soportan la más dura esclavitud X.Mem.3.12.2, cf. Pl.Smp.183a
c. rég. ser esclavo de, pertenecer como sirviente a c. dat. Φαλαρίδι δουλεύσετε seréis esclavos de Fálaris Stesich.1.22A., τοῖσδε δουλεύω βίᾳ S.El.1192, οὐ δουλεύσεις μοι δωρεάν no vas a ser mi sirviente de balde LXX Ge.29.15, δουλευούσης αὐτῷ γυναικός I.AI 16.194, c. παρά y dat. Τρόμης ἐδούλευε παρ' Ἐλπίᾳ ... χοίνικας παχείας ἔχων D.18.129, ἐδούλευσα παρὰ σοί LXX Ge.29.25, παρὰ τοῖς ... ἐχθροῖς Ph.2.435.
2 gener. estar sometido, servir op. ‘mandar’ ὅσον τό τ' ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δίχα A.Pr.927, οἱ δὲ δουλεύσαντες ἐργατικῶς Phld.Cont.16.16, c. dat. de pers. γυναιξί Democr.B 214, E.Or.937, ζεύγλησι A.Pr.463, νόθοισι λέκτροις E.Andr.928, Φοίβῳ E.Io 182, cf. Cyc.705, τοῖς τε ἄρχουσιν καὶ τοῖς νόμοις Pl.Lg.698c, cf. Arist.Pol.1315b16, Origenes Cels.5.6, οὐδεὶς γὰρ δύναται δυσὶ κυρίοις δ. Eu.Luc.16.13, ἀλλήλοις Ep.Gal.5.13, τῷ κυρίῳ Ep.Rom.12.11, θεῷ Ph.1.158, en v. pas. δουλεύεσθαι ὑπ' αὐτοῦ Vit.Aesop.G 31.
II usos fig., gener. c. dat. de abstr. o de cosa
1 ser esclavo, someterse, servir ciegamente τῇ γῇ δουλεῦσαι Th.1.81, τῇ κτήσει αὐτοῦ Pl.R.494d, ταῖς δ' ἡδοναῖς δουλεύειν Isoc.1.21, cf. Pl.Phdr.238e, Ep.Tit.3.3, μὴ δ. γαστρὶ μηδ' ὕπνῳ καὶ λαγνείᾳ X.Mem.1.6.8, κεναῖς δόξαις ἀνθρώπων Polystr.Contempt.29.24, δόξαισιν Philem.96.8, τῇ ἀλαζονείᾳ Plb.4.3.1, θυμῷ Hdn.1.17.6, δουλεύειν τῇ ἁμαρτίᾳ ser esclavos del pecado, Ep.Rom.6.6, πάθεσι Sext.Sent.75, cf. Ph.1.134, τύχαις Meth.Symp.208, ὑποθέσεσιν Aristid.Quint.61.21, τῇ τοῦ θεοῦ (σοφίᾳ) Amph.Seleuc.250
c. εἰς y ac. εἰς τὸ εὐαγγέλιον Ep.Phil.2.22
sin rég. ἀλλὰ δουλεύων λέληθας a los tribunales de justicia, Ar.V.517, cf. 653
de un editor, traductor, etc. seguir un texto servilmente Origenes M.11.52B.
2 acomodarse a, atarse a καιρῷ AP 9.441 (Pall.), cf. Plu.Arat.43, ἀλλήλοις ... δουλεύοντες del sometimiento voluntario entre unos esposos PLond.1727.11 (VI d.C.), τῇ τάξει Cod.Iust.12.49.13.3.
3 gram. acompañar a, construirse con τὰ χωριστικὰ ἐπιρρήματα δουλεύει τῇ γενικῇ πτώσει Sch.D.T.258.15.

English (Strong)

from δοῦλος; to be a slave to (literal or figurative, involuntary or voluntary): be in bondage, (do) serve(-ice).

English (Thayer)

future δουλεύσω; 1st aorist ἐδούλευσα; perfect δεδούλευκά; (δοῦλος); the Sept. for עָבַד;
1. properly, to be a slave, serve, do service: absolutely, τίνι δουλεύειν who bear the yoke of the Mosaic law, δουλεία).
2. metaphorically, to obey, submit to;
a. in a good sense: absolutely, to yield obedience, τίνι, to obey one's commands and render to him the services due, κυρίῳ and τῷ κυρίῳ, st, see below); νόμῳ Θεοῦ, according to the context, feel myself bound to, τοῖς θεοῖς, to worship gods, τῷ καιρῷ (Anth. 9,441, 6), wisely adapt oneself to, st (see above), cf. Fritzsche at the passage; perform services of kindness and Christian love: ἀλλήλοις, ὡς πατρί τέκνον σύν ἐμοί ἐδούλευσεν εἰς τό εὐαγγέλιον equivalent to ὡς πατρί τέκνον δουλεύει, ἐμοί ἐδούλευσεν καί οὕτω σύν ἐμοί ἐδούλευσεν, etc. Winer s Grammar, 422 (393); 577 (537)).
b. in a bad sense, of those who become slaves to some base power, to yield to, give oneself up to: τῇ ἁμαρτία, νόμῳ ἁμαρτίας, ἐπιθυμίαις καί ἡδοναῖς, Xenophon, mem. 1,5, 5; Apology Socrates 16; Plato, Phaedrus, p. 238e.; Polybius 17,15, 16; Herodian, 1,17, 22 (9, Bekker edition)); τῇ κοιλία, γαστρί, Anthol. 11,410, 4; Xenophon, mem. 1,6, 8; abdomini servire, Seneca, de benef. 7,26, 4; ventri obedire, Sall. (Cat. 1:1)); μαμωνᾷ, to devote oneself to getting wealth: τοῖς στοιχειοις τοῦ κόσμου, Galatians 4:9.

Greek Monolingual

(AM δουλεύω) δούλος
1. είμαι δούλος, υπηρέτης
2. είμαι υπόδουλος, υποταγμένος
3. εργάζομαι σωματικά ή πνευματικά για να κερδίσω τα αναγκαία για τη ζωή
4. προσφέρω υπηρεσία, υπηρετώ («την πατρίδα σου να δουλέψης», Ψυχάρης)
μσν.- νεοελλ.
1. βρίσκομαι σε ενέργεια, σε κίνηση, λειτουργώ («η μηχανή δεν δουλεύει»)
2. κατεργάζομαι, επεξεργάζομαι (α. «δουλεύει το χωράφι» — το καλλιεργεί
β. «δουλεύω τον πηλό» — τον πλάθω)
νεοελλ.
1. μοχθώ, κοπιάζω, κουράζομαι
2. αποφέρω κέρδος («τα θέατρα δεν δουλεύουν καλά»)
3. (για τραύματα) διαπυούμαι, γεμίζω πύον
4. ναυτ. «δουλεύω τα πανιά» — τά γυρίζω προς το μέρος του αέρα
5. πειράζω, ενοχλώ, κουρντίζω, κοροϊδεύω
6. εξυπηρετώ
7. φρ. α) «δεδουλευμένος ή δουλεμένος μισθός» — αμοιβή για εργασία που ολοκληρώθηκε
β) «δεδουλευμένος τόκος» — αυτός που οφείλεται επειδή έχει περάσει η τακτή προθεσμία
μσν.
1. λειτουργώ, ιερουργώ
2. περιποιούμαι
αρχ.
μτφ. α) «δουλεύω νόμοις» — υπακούω στους νόμους
β) «δουλεύειν τῷ κυρίῳ» — προσαρμόζομαι στις περιστάσεις
γ) «τῂ γῂ δουλεύω» — γίνομαι σκλάβος της γης
δ) «δουλεύω τῷ καιρῷ» εκμεταλλεύομαι τις περιστάσεις.

Greek Monotonic

δουλεύω: μέλ. -σω (δοῦλος
1. είμαι δούλος, τινί σε κάποιον, σε Πλάτ. κ.λπ.· παρά τινι, σε Δημ.· με σύστ. αιτ., δουλείαν δ., σε Ξεν.
2. υπηρετώ ως δούλος ή είμαι υποταγμένος στην εξουσία ως υπήκοος, αντίθ. προς το ἄρχω, σε Ηρόδ. κ.λπ.· τῇ γῇ δ., είμαι υπόδουλος στη γη κάποιου, δηλ. παραχωρώ δικαιώματα, για να την διατηρήσω, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

δουλεύω: (тж. δουλεία и δουλείας δ. Xen., Plat.)
1) быть рабом (τινί Eur., Arst. и παρά τινι Plut.): παῦσαι δουλεύοντα τὸν δῆμον Arst. освободить народ от рабства;
2) перен. рабски служить, безропотно повиноваться, быть рабски преданным (γαστρί Xen.: νόμοις Plat.; τῷ κέρδει Arst.): ἑνὶ ἔργῳ δ. Arst. выполнять одну (только) функцию; καιρῷ δ. Anth. подчиняться обстоятельствам;
3) служить наемным рабочим (δουλεῦσαι Σοκράτην καὶ ἑργάσασθαι λίθους φησὶ Δοῦρις Diog. L.).

Middle Liddell

δοῦλος
1. to be a slave, τινί to one, Plat., etc.; παρά τινι Dem.; c. acc. cogn., δουλείαν δ. Xen.
2. to serve or be subject to, opp. to ἄρχω, Hdt., etc.; τῆι γῆι δ. to be a slave to one's land, i. e. submit to indignities that one may keep it, Thuc.

Chinese

原文音譯:douleÚw 都留哦
詞類次數:動詞(25)
原文字根:奴隸 相當於: (עָבַד‎)
字義溯源:作奴隸,為奴,順服,服事,事奉;源自(δοῦλοσ1 / δοῦλοσ2)=奴僕);而 (δοῦλοσ1 / δοῦλοσ2)出自(δέω)*=捆綁)
同源字:1) (δουλεία)奴役 2) (δουλεύω)奴隸 3) (δουλόω)作奴僕參讀 (ἀντιλαμβάνω)同義字
出現次數:總共(25);太(2);路(3);約(1);徒(2);羅(7);加(4);弗(1);腓(1);西(1);帖前(1);提前(1);多(1)
譯字彙編
1) 服事(7) 徒20:19; 羅7:6; 羅12:11; 羅14:18; 羅16:18; 加5:13; 多3:3;
2) 事奉(4) 太6:24; 太6:24; 路16:13; 路16:13;
3) 作奴僕服事(2) 羅6:6; 弗6:7;
4) 他⋯的服事(1) 腓2:22;
5) 服事他們(1) 提前6:2;
6) 作過⋯奴隸(1) 約8:33;
7) 你們⋯作奴僕(1) 加4:8;
8) 來服事(1) 帖前1:9;
9) 她⋯是為奴的(1) 加4:25;
10) 作奴僕呢(1) 加4:9;
11) 我服事(1) 路15:29;
12) 他們為奴的(1) 徒7:7;
13) 順服(1) 羅7:25;
14) 要服事(1) 羅9:12;
15) 你們是事奉(1) 西3:24