Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπαστία

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ἀπαστία Medium diacritics: ἀπαστία Low diacritics: απαστία Capitals: ΑΠΑΣΤΙΑ
Transliteration A: apastía Transliteration B: apastia Transliteration C: apastia Beta Code: a)pasti/a

English (LSJ)

ἡ,

   A abstaining from food, fast, ἀ. ἄγειν Ar.Nu.621.

German (Pape)

[Seite 281] ἡ, Nüchternheit, ἀπαστίαν ἄγειν, fasten, Ar. Nub. 611.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπαστία: ἡ, ἀσιτία, ἀπ. ἄγειν Ἀριστοφ. Νεφ. 621: ― ὡσαύτως, ἀπαστύς, ύος, ἡ, Ἐτυμ. Μ. 118. 50.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
jeûne.
Étymologie: ἄπαστος.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
ayuno ἀ. ἄγειν Ar.Nu.621, Epiph.Const.M.43.524C, περὶ ... ἀ. καὶ χαμευνίας καὶ τῆς ἐκ τριχῶν ἀμπεχόνης περιττόν ἐστι λέγειν Thdt.M.82.1389A.

Greek Monolingual

ἀπαστία, η (Α) άπαστος
αποχή από την τροφή, ασιτία.

Greek Monotonic

ἀπαστία: ἡ, αποχή από το φαγητό, νηστεία, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπαστία: ἡ воздержание от пищи, пост: ἀπαστίαν ἄγειν Arph. поститься.

Middle Liddell

[from ἄπαστος
an abstaining from food, a fast, Ar.