Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξαφανίζω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ἐξαφᾰνίζω Medium diacritics: ἐξαφανίζω Low diacritics: εξαφανίζω Capitals: ΕΞΑΦΑΝΙΖΩ
Transliteration A: exaphanízō Transliteration B: exaphanizō Transliteration C: eksafanizo Beta Code: e)cafani/zw

English (LSJ)

   A destroy utterly, παίδων ἀγόνων γόνον ἐ. Eub.107.11; γένος J.AJ3.15.1; τι τῆς μνήμης ἐκκάθαιρε καὶ ἐ. Iamb.Protr.21.κθ:—Pass., disappear utterly, Pl.Plt.270e, Sor.1.34.

German (Pape)

[Seite 874] = simplex, verstärkt, Plat. Polit. 270 e u. öfter bei Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξᾰφᾰνίζω: ἀφανίζω, ἐντελῶς, καταστρέφω, ὅλως δι’ ὅλου, παίδων ἄγονον γόνον ἐξαφανίζων Εὔβουλος ἐν «Σφιγγοκαρίωνι» 1. 11: - Παθ., γίνομαι ἐντελῶς ἄφαντος, Πλάτ. Πολιτικ. 270Ε, Χρησμ. Σιβυλλ. 8. 103.

Greek Monolingual

(AM ἐξαφανίζω) αφανίζω
1. καταστρέφω τελείως, εξολοθρεύω
γένος ἐξηφάνισε», Ιώσ.)
2. κάνω κάτι άφαντο
(«εξαφάνισε το γράμμα»)
3. (μεσ. και παθ.) εκλείπω
νεοελλ.
κρύβω («εξαφάνισε το πτώμα»).

Russian (Dvoretsky)

ἐξᾰφᾰνίζω: совершенно уничтожать, pass. погибать, исчезать Plat.