Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑορτάσιμος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἑορτάσιμος Medium diacritics: ἑορτάσιμος Low diacritics: εορτάσιμος Capitals: ΕΟΡΤΑΣΙΜΟΣ
Transliteration A: heortásimos Transliteration B: heortasimos Transliteration C: eortasimos Beta Code: e(orta/simos

English (LSJ)

[ᾰ], ον,

   A of a festival, ἡμέρα J.AJ11.6.13, cf. Plu.2.270a, OGI524.8 (Thyatira); ἐμαυτῷ οὐχ ἑορτάσιμα ὄντα though I was in no holiday mood, Luc.Sat. 11.

German (Pape)

[Seite 892] ον, zu feiern, feierlich; ἡμέρα Plut. qu. Rom. 25; οὐ πάνυ ἑορτάσιμα ὄντα ἐμοί, es sieht bei mir nicht nach Feiertagen aus, Luc. Croniac. 11.

Greek (Liddell-Scott)

ἑορτάσιμος: -ον, ὡς καὶ νῦν, ἑορτάσιμος ἡμέρα Πλούτ. 2. 270Α· ἐμαυτῷ δὲ οὐ πάνυ ἑορτάσιμα ὄντα Λουκ. Κρονοσόλων 11 (394).

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
de fête : τὰ ἑορτάσιμα LUC apprêts d’une fête.
Étymologie: ἑορτάζω.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἑορτάσιμος, -ον) εορτάζω
αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε εορτασμό
νεοελλ.
εκείνος που πρέπει να τιμηθεί με γιορτή.

Greek Monotonic

ἑορτάσιμος: -ον, αυτός που ανήκει σε γιορτή, εορταστικός, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἑορτάσιμος: (ᾰ) праздничный (ἡμέρα Plut.): τὰ ἑορτάσιμα Luc. приготовления к празднику или праздничное время.

Middle Liddell

ἑορτάσιμος, ον
of or for a festival, Luc.