Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕλκωμα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἕλκωμα Medium diacritics: ἕλκωμα Low diacritics: έλκωμα Capitals: ΕΛΚΩΜΑ
Transliteration A: hélkōma Transliteration B: helkōma Transliteration C: elkoma Beta Code: e(/lkwma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A sore, ulcer, Hp.Epid.3.7, POxy.1088.2,9 (i A.D.).    II part wounded, Thphr. HP9.2.1.

German (Pape)

[Seite 800] τό, das Geschwür, Hippocr. u. A.

Greek (Liddell-Scott)

ἕλκωμα: τό, (ἑλκύω) πληγή, ἕλκος, Ἱππ. Ἐπιδημ. τὸ Γ΄, 1085. ΙΙ. τὸ ἀφελκωθὲν μέρος τοῦ στελέχους πεύκης ἢ ἐλάτης πρὸς συναγωγὴν ῥητίνης, Θεοφρ. π. τὰ Φυτ. Ἱστ. 9. 2, 1.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
1 medic. herida, llaga, úlcera ῥεύματα περὶ αἰδοῖα πολλά, ἑλκώματα, φύματα ἔξωθεν Hp.Epid.3.7, τὸ μήλινον κολλ(ύριον) πρὸς ῥεῦμα καὶ ἑλκώματα Medic.Fr.Pap. en POxy.1088.2, cf. 9, Hippiatr.Cant.8.20.
2 bot. incisión en un árbol συρρεῖ γὰρ εἰς τὸ ἕ. τοῦτο πλείων ἡ ὑγρότης Thphr.HP 9.2.1.

Greek Monolingual

το (AM ἕλκωμα)
νεοελλ.
τραύμα που έγινε έλκος
αρχ.-μσν.
1. πληγή
2. τμήμα του κορμού δέντρου χαραγμένο για συγκέντρωση ρητίνης.