Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕλκος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἕλκος Medium diacritics: ἕλκος Low diacritics: έλκος Capitals: ΕΛΚΟΣ
Transliteration A: hélkos Transliteration B: helkos Transliteration C: elkos Beta Code: e(/lkos

English (LSJ)

εος, τό,

   A wound, Il.4.190, al. (never in Od.), Pi.P.2.91, E.Tr. 1232 (pl.), etc.    2 festering wound, sore, ulcer, ἕ. ὕδρου the festering bite of a serpent, Il.2.723; plague-ulcer, Th.2.49, X.Eq.5.1, etc. (Gal. 10.232 defines . as ἡ τῆς συνεχείας λύσις ἐν σαρκώδει μορίῳ, and both 1.1 and 1.2 are treated in Hp.Ulc.; . is applied to amputations in Art.68.)    II metaph., wound, loss, Sol.4.17, S.Ant.652,al.; ἕ. δήμιον A.Ag.640; ὑποκάρδιον ἕ. Theoc.11.15; γίγνεται ἕ. ἐφ' ἕλκει Lib.Ep.1063.6. (Orig. Ελκος, cf. Lat.ulcus, Skt.árśas (n.) 'haemorrhoid': ἕ- by influence of ἕλκω.)

Greek (Liddell-Scott)

ἕλκος: -εος, τό, (ἴδε ἕλκωὠτειλή, πληγή, τραῦμα, Ἰλ. Δ. 190 κ. ἀλλ. (οὐδαμοῦ ἐν Ὀδ.), Πίνδ. καὶ Ἀττ. 2) τραῦμα μετὰ φλεγμονῆς, ἕλκει μοχθίζοντα κακῷ ὀλοόφρονους ὕδρου, βασανιζόμενον ἐκ κακοῦ τραύματος ὑπὸ ὀλεθρίου ὄφεως, Ἰλ. Β. 723· ἐπὶ ἑλκῶν προξενουμένων ἐκ λοιμικῆς νόσου, Θουκ. 2. 49, πρβλ. Ξεν. Ἱππ. 5, 1, κτλ. ΙΙ. μεταφ., πληγή, καταστροφή, ταῦτα’ ἤδη πάσῃ πόλει ἔρχεται ἕλκος ἄφυκτον Ἐλεγεῖα Σόλωνος παρὰ Δημ. 422. 13, Αἰσχύλ. Ἀγ. 640, Σοφ. Ἀντ. 652, κ. ἀλλ.· ὑποκάρδιον ἕλκ. θεόκρ. 11. 15.

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
1 blessure, plaie purulente ; ulcère;
2 incision dans un arbre.
Étymologie: R. Ϝελκ, v. ἕλκω.

English (Autenrieth)

εος: wound, sore, Il. 19.49 ; ὕδρου, ‘from the serpent,’ Il. 2.723.

English (Slater)

ἕλκος (ἕλκεος, -ει, -ος; -έων, -εα.)
   1 wound, sore ἕλκει τειρόμενον Ποίαντος υἱὸν (P. 1.52) ὅσσοι μόλον αὐτοφύτων ἑλκέων ξυνάονες (P. 3.48) τρωμὰν ἕλκεος ἀμφιπολεῖν (P. 4.271) ἦ μὰν ἀνόμοιά γε δᾴοισιν ἐν θερμῷ χροὶ ἕλκεα ῥῆξαν (N. 8.29) πολλὰ δ' ἕλκἐ ἔμβαλλε fr. 111. 2. met. στάθμας δέ τινος ἑλκόμενοι περισσᾶς ἐνέπαξαν ἕλκος ὀδυναρὸν ἑᾷ πρόσθε καρδίᾳ (P. 2.91)

Spanish (DGE)

-εος, τό

• Morfología: [gen. contr. -ους]
1 herida, llaga, úlcera
a) gener. ἕλκος δ' ἰητὴρ ἐπιμάσσεται un médico palpará la herida, Il.4.190, cf. 217, 5.361, ἕ. ἄκεσσαι Il.16.523, cf. E.Tr.1232, AP 6.330 (Aeschin.), A.Thom.A 67, ἀπὸ δ' ἕλκεος ἀργαλέοιο αἷμα μέλαν κελάρυζε Il.11.812, ἕλκεα ῥῆξαν Pi.N.8.29, μαχόμενοι ἕλκος ἔλαβον Lys.3.43, ὁ ἵππος ... ἂν ἕλκη ποιοίη X.Eq.5.1, οὐδὲ ... ἕλκε' ἀπαλθήσεσθον, ἅ κεν μάρπτῃσι κεραυνός ni siquiera cicatrizarán las heridas que el rayo (de Zeus) les haga, Il.8.405, πατάξαι σε κύριος ἐν ἕλκει πονηρῷ ἐπὶ τὰ γόνατα como castigo divino, LXX De.28.35, cf. Apoc.16.2, 11, φύλλα ἐφ' ἕλκει καταδεδεμένα Aen.Tact.31.6, περὶ τὸν τράχηλον ἢ τὴν ὑπήνην ἕ. Artem.1.34, τὸ δ' ἐμπαθὲς ἐν ἀρχῇ ... μὴ φοβηθῆς ὡς ἕλκος ref. la primera experiencia sexual femenina, Plu.2.769e, de heridas por mordedura de anim. ἕλκεϊ ... ὕδρου ref. la de Filoctetes Il.2.723, cf. Pi.P.1.52, Arist.HA 630a8, Gal.1.73;
b) esp. medic. ἐν τοῖς ἕλκεσι φαγέδαινα κάκιστον νόσημα Democr.B 281, τὸ σῶμα ... φλυκταίναις μικραῖς καὶ ἕλκεσιν ἐξηνθηκός Th.2.49, ἐφύετο δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἑλκέων πολλὰ καὶ ἐν αἰδοίοισιν Hp.Epid.3.7, cf. Epid.2.1.11, Art.68, τὸ ἐν τῷ πνεύμονι ἕλκος Gal.17(1).948, cf. Aët.8.75, τὰ κατὰ τοὺς νεφροὺς Gal.8.4, τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις ἑλκῶν Orib.44.4.28, τοῦ ἥπατος, ἔνθα τῶν ἑλκέων ἐστὶ ἡ ῥίζα Aret.CD 1.13.5, ἕλκη ξηρά Thphr.HP 9.11.2, cf. Plb.1.81.5, ἕλκη ... κακοήθη Gal.7.727, cf. medic. en PSI XXI Congr.3.2.11, Erot.Fr.47, dif. de τραῦμα Gal.4.770, junto a otras lesiones corporales ἕ. μὲν γὰρ ἐν σαρκώδει μορίῳ, κάταγμα δ' ἐν ὀστῷ, σπάσμα δ' ἐν νεύρῳ Gal.10.232
Περὶ ἑλκῶν tít. de una obra de Hipócrates, Erot.9.12, Gal.10.274.
2 rasguño, señal en la piel, como la de una herida τὸν παῖδα ... γυμνὸν ἢν κνίσω τοῦτον οὐκ ἕλκος ἔξει; al niño desnudo ¿no le quedaría una señal, si le diera un pellizco? en una pintura, Herod.4.60, hecho con la uña, Phot.s.u. ὄνυχος.
3 usos fig. herida, en el sent. de desgracia, dolor profundo deriv. de un suceso desgraciado αἱματόεν δ' ἕλκος ἀναστένομεν ref. los parios ahogados, Archil.7.8, ζητῶμεν δ' ἕλκει φάρμακα φυομένῳ Thgn.1134, ἐνέπαξαν ἕ. ὀδυναρὸν ἑᾷ πρόσθε καρδίᾳ infligieron una herida dolorosa en su propio corazón Pi.P.2.91, cf. A.A.640, τί γὰρ γένοιτ' ἂν ἕ. μεῖζον ἢ φίλος κακός; S.Ant.652, aplicado a la agricultura, Pl.Ax.368c, καὶ γίγνεται ἕ. ἐφ' ἕλκει y sobreviene desgracia trás desgracia Lib.Ep.1063.6
llaga c. gen. adnom. τὸν φθόνον ἕ. εἶναι ἀληθείας Ps.Democr.B 302
colect. plaga τοῦτ' ἤδη πάσῃ πόλει ἔρχεται ἕ. ἄφυκτον Sol.3.17
ref. al amor herida, mal de amor ἔχθιστον ἔχων ὑποκάρδιον ἕ. Theoc.11.15, τὰ πρὸς τὸ ἕ. αὐτοῦ διελέγετο Pall.H.Laus.26.5
en juego de palabras, intercambiando ἕλκος con σύριγξ ‘herida’, ‘fístula’, ‘siringe’ y ‘Siringe (la amada de Pan)’ ὃς μοίσᾳ λιγὺ πᾶξεν ... ἕ., ἄγαλμα πόθοιο πυρισμαράγου el que a la Musa hizo aguda herida, monumento al deseo crepitante Theoc.Syr.8, cf. Eust.968.51.

• Etimología: De *elkos c. aspiración analóg., cf. lat. ulcus, ai. árśas ‘hemorroide’.

English (Strong)

probably from ἑλκύω; an ulcer (as if drawn together): sore.

English (Thayer)

ἑλκεος (ἕλκους) (cf. Latin ulcus, ulcerare; perhaps akin to ἕλκω (Etym. Magn. 331,3; 641,3), yet cf. Curtius, § 23), τό;
1. a wound, especially a suppurated wound; so in Homer and earlier writings.
2. from (Thucydides), Theophrastus, Polybius on, a sore, an ulcer: שְׁחִין, Job 2:7, etc.)

Greek Monotonic

ἕλκος: -εος, τό (ἕλκω),·
I. 1. πληγή, τραύμα, σε Ομήρ. Ιλ., Αττ.
2. πληγή με φλεγμονή, πύον, ἕλκος ὕδρου, φαρμακερή δαγκωματιά από φίδι, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για έλκη από λοιμώδεις νόσους, σε Θουκ.
II. μεταφ., πληγή, καταστροφή, σε Αισχύλ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἕλκος: εος τό
1) рана (ἕ. κυνόδηκτον Arst.): ἕ. ὕδρου Hom. укус водяной змеи; ὑποκάρδιον ἕ. Theocr. сердечная рана;
2) язва, нарыв Thuc., Xen.: ἄλλων ἰατοός, αὐτὸς ἕλκεσι βρύων погов. Plut. других лечит, а сам весь в язвах;
3) перен. удар, бедствие, несчастье (ἕ. δήμιον Aesch.; πάσῃ πόλει ἕ. Dem.).

Etymological

Grammatical information: n.
Meaning: wound, ulcer (Il.).
Compounds: As 1. member in ἑλκο-ποιός making wounds (A.) with ἑλκοποιέω (Aeschin.).
Derivatives: Dimin. ἑλκύδριον (Hp., Ar.; on the suffix Chantr. Form. 72f.); ἑλκώδης ulcerated (Hp., E.), ἑλκήεις id. (Man.); denomin. verbs: ἑλκόομαι, -όω fester, act. wound (Hp., E.; also with prefix: ἀν-, ἀφ-, ἐξ-, ἐφ-, καθ-, προ-); from it (ἀφ-, ἐξ-, ἐφ-)ἕλκωσις festering (Hp., Th.) with ἑλκωτικός, ἕλκωμα wound, ulcer (Hp., Thphr.) with ἑλκωματικός; from ἐφελκόομαι also ἐφελκίς scab of a wound (medic.); ἑλκαίνω fester (A. Ch. 843) with postverbal ἕλκανα τραύματα H. (not correct Benveniste Origines 16); also ἑλκανῶσα ἡλκωμένη η ἡλκοποιημένη ὑπὸ πυρός H. (Schwyzer 700).
Origin: IE [Indo-European] [310] *h₁elḱ-os ulcer
Etymology: Old noun, identical with Lat. ulcus (< *elkos) ulcer, Skt. árśas- n. haemorrhoids. The spir. asper from ἕλκω?

Middle Liddell

ἕλκος, εος, ἕλκω
I. a wound, Il., attic
2. a festering wound, ἕλκος ὕδρου the festering bite of a serpent, Il.: of plague-ulcers, Thuc.
II. metaph. a wound, loss, Aesch., Soph.