Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕλκωσις

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἕλκωσις Medium diacritics: ἕλκωσις Low diacritics: έλκωσις Capitals: ΕΛΚΩΣΙΣ
Transliteration A: hélkōsis Transliteration B: helkōsis Transliteration C: elkosis Beta Code: e(/lkwsis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A ulceration, Hp.Aph.3.21, Th.2.49, Ph.2.1co; of plants, Thphr.CP1.14.2,al.

German (Pape)

[Seite 800] ἡ, das Verwunden, die Eiterung; ἑλκώσεως ἰσχυρᾶς ἐγγιγνομένης Thuc. 2, 49; Medic. – Auch von Bäumen, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

ἕλκωσις: -εως, ἡ, ὁ σχηματισμὸς ἕλκους, Ἱππ. Ἀφ. 1248, Θουκ. 2. 49.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
ulcération.
Étymologie: ἑλκόω.

Spanish (DGE)

-εως, ἡ

• Morfología: [gen. -ιος Aret.CD 2.3.1; plu. nom. -ιες Hp.Aph.3.21]
1 medic. ulceración ἑλκώσεως αὐτῇ (τῇ κοιλίᾳ) ἰσχυρὰς ἐγγιγνομένης Th.2.49, ἕ. δὲ καὶ κυήσεως ἀρχή ref. al desgarro del himen, Plu.2.769e, ἕνεκεν ... τῶν πυρωδῶν ἑλκώσεων Ptol.Tetr.3.13.15, gener. c. gen. o constr. prep. στομάτων ἑλκώσιες Hp.l.c., Gal.17(2).620, cf. Gp.12.17.12, τῶν νεφρῶν ἢ τῆς κύστιος ἕ. Hp.Aph.4.75, cf. Gal.8.4, 17(2).777, Aret.l.c., Steph.in Hp.Progn.262.16, κατὰ τῆς δορᾶς ἁπάσης ἕ. Ph.2.100, πρὸς τὰς ἐν ὑστέρᾳ ἑλκώσεις Dsc.1.45.2, cf. 77.3, φθίσις ἐστὶ κυρίως ἕ. τοῦ πνεύμονος Aët.8.75, cf. 49.
2 bot. incisión, corte, herida en la poda de árboles εἰς βάθος ἡ τρῶσις καὶ ἕ. Thphr.HP 4.16.1, en la poda de una viña ἐκ τῆς ἑλκώσεως τῆς περὶ τὴν τομήν Thphr.CP 5.12.8, cf. 1.14.2.

Greek Monotonic

ἕλκωσις: -εως, ἡ (ἑλκόω), σχηματισμός έλκους, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἕλκωσις: εως ἡ изъязвление, нагноение Thuc., Arst., Plut.

Middle Liddell

ἕλκωσις, εως ἑλκόω
ulceration, Thuc.