Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠνορέη

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἠνορέη Medium diacritics: ἠνορέη Low diacritics: ηνορέη Capitals: ΗΝΟΡΕΗ
Transliteration A: ēnoréē Transliteration B: ēnoreē Transliteration C: inorei Beta Code: h)nore/h

English (LSJ)

Dor. ἀνορέα, ἡ, (ἀνήρ) poet. word for ἀνδρεία,

   A manhood, prowess, ἠνορέῃ πίσυνοι καὶ κάρτεϊ χειρῶν Il.8.226; κάρτεΐ τε σθένεΐ τε πεποιθότας ἠνορέῃ τε 17.329; ἱπποσύνῃ τε καὶ ἠνορέηφι πεποιθώς 4.303; ἀλκῇ τ' ἠνορέῃ τε κεκάσμεθα Od.24.509; ἀνορέας οὐκ ἀμπλακών Pi.O. 8.67; manly beauty, ἠ. ἐρατεινήν Il.6.156; ὕδατος ἠνορέη the strength of the water, Epigr. ap. Ael.NA10.40; force, πολλάκι τοι ῥέα μῦθος, ὅ κεν μόλις ἐξανύσειεν ἠνορέη, τόδ' ἔρεξε A.R.3.189: in pl., triumphs of manhood, Pi.N.3.20. (Perh. fr. *ἀνορία with Aeol. -ρε- fr. -ρι-.)

Greek (Liddell-Scott)

ἠνορέη: Δωρ. ἀνορέα, ἡ, (ἀνήρ), Ἐπ. λέξ. ἀντὶ ἀνδρεία˙ ἠνορέῃ πίσυνοι καὶ κάρτεϊ Ἰλ. Θ. 226, Λ. 9˙ κάρτεΐ τε σθένεΐ τε πεποιθότας ἠνορέῃ τε Ρ. 329˙ ἱπποσύνῃ τε καὶ ἠνορέῃφι πεποιθὼς Δ. 303˙ ἀλκῇ τ’ ἠνορέῃ τε κεκασμένοι Ὀδ. Ω. 509˙ ἀνδρικὴ καλλονή, ἠν. ἐρατεινὴν Ἰλ. Ζ. 156˙ ὕδατος ἠν., ἡ δύναμις αὐτοῦ, Ἐπιγράμμ. παρὰ τῷ Αἰλ. π. Ζ. 10. 40˙ - ἐν τῷ πληθ., ἔπαινοι τῆς ἀνδρικῆς ἡλικίας, Πίνδ. Ν. 3. 34.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
propr. virilité :
1 courage, force;
2 beauté virile.
Étymologie: ἀνήρ.

English (Autenrieth)

(ἀνήρ), dat. ἠνορέηφι: manliness, manly courage, prowess.

Greek Monolingual

ἠνορέη, δωρ. τ. ἀνορέα, ἡ (Α)
1. ανδρεία, θάρροςἠνορέη πίσυνοι καὶ κάρτεϊ χειρῶν», Ομ. Ιλ.)
2. ανδρική ομορφιά
3. δύναμη («ὕδατος ἠνορέη», Αιλ.)
4. πληθ. αἱ ἠνορέαι
έπαινοι της ανδρείας («ἀνορεαις ὑπερτάταις ἐπέβα παῑς», Πίνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ιων. τ. του αιολ. ᾱνορέα, που σχηματίστηκε για μετρικούς λόγους και προέρχεται πιθ. με απόσπαση από το σύνθετο ευ-ᾱνορία (< ευάνωρ)].

Greek Monotonic

ἠνορέη: (ἀνήρ), Δωρ. ἀνορέα, ἡ, Επικ. αντί ἀνδρεία, ανδρεία, ανδρική δύναμη, ανδρική ηλικία, σε Όμηρ.· ανδρική ομορφιά, σε Ομήρ. Ιλ.· στον πληθ., έπαινοι της ανδρικής ηλικίας, εγκώμια για την ανδροσύνη, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

ἠνορέη: дор. ἀνορέαἀνήρ мужественность, мужество, доблесть (ἀλκή τ᾽ ἠ. Hom.): ἱπποσύνῃ τε καὶ ἠνορέῃφι (эп. dat.) πεποιθώς Hom. понадеявшись на уменье править конями и на (свою) доблесть.

Frisk Etymological English

See also: s. ἀνήρ.

Frisk Etymology German

ἠνορέη: {ēnoréē}
Meaning: Manneskraft, Mannhaftigkeit (ep.).
Etymology : Abstraktbildung von ἀνήρ, s. d.
Page 1,638