Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰνδικοπλάστης

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ἰνδικοπλάστης Medium diacritics: ἰνδικοπλάστης Low diacritics: ινδικοπλάστης Capitals: ΙΝΔΙΚΟΠΛΑΣΤΗΣ
Transliteration A: indikoplástēs Transliteration B: indikoplastēs Transliteration C: indikoplastis Beta Code: i)ndikopla/sths

English (LSJ)

(-πλεύστης cod.),

   A dyer, Gloss.

Greek Monolingual

ἰνδικοπλάστης, ὁ (Α)
χρωματιστής, βαφέας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰνδικόν, το «χρωστική ουσία» + -πλαστης (< πλάσσω), πρβλ. αγγειο-πλάστης, κηρο-πλάστης.