Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰνδικοπλάστης

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ἰνδικοπλάστης Medium diacritics: ἰνδικοπλάστης Low diacritics: ινδικοπλάστης Capitals: ΙΝΔΙΚΟΠΛΑΣΤΗΣ
Transliteration A: indikoplástēs Transliteration B: indikoplastēs Transliteration C: indikoplastis Beta Code: i)ndikopla/sths

English (LSJ)

(-πλεύστης cod.),

   A dyer, Gloss.

Greek Monolingual

ἰνδικοπλάστης, ὁ (Α)
χρωματιστής, βαφέας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰνδικόν, το «χρωστική ουσία» + -πλαστης (< πλάσσω), πρβλ. αγγειο-πλάστης, κηρο-πλάστης.