Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰξία

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: ἰξία Medium diacritics: ἰξία Low diacritics: ιξία Capitals: ΙΞΙΑ
Transliteration A: ixía Transliteration B: ixia Transliteration C: iksia Beta Code: i)ci/a

English (LSJ)

ἡ,=

   A ἰξός 1, Thphr.HP3.16.1, CP2.17.1, prob. in Dsc.3.89.    II = χαμαιλέων λευκός, pine-thistle, Atractylis gummifera, Dsc.3.8, Plin. HN22.45; ἡ ἰ. ἡ ἐν Κρήτῃ Thphr.HP9.1.3.    2 = sq., Sch.Nic.Al. 279.    III = κιρσός, varicocele, Arist.HA518b25, Pr.878b37, Plu.2.202b.

German (Pape)

[Seite 1255] ἡ, 1) die Mistel, eine Schmarotzerpflanze, auch ἰξός, Theophr. – 2) eine andere Pflanze, χαμαιλέων, Diosc. – 3) = κιρσός, Arist. H. A. 3, 11 E., Poll. 4, 196, Plut. Mar. 5.

Greek (Liddell-Scott)

ἰξία: ἡ, = ἰξὸς Ι, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 7, 6. ΙΙ. τὸ φυτὸν χαμαιλέων, ἰδίως τὸ λευκὸν εἶδος, Διοσκ. 3. 10, Πλίν. 22. 21. 2) εἶδος Κρητικοῦ φυτοῦ, = τραγάκανθα, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9. 1, 3. ΙΙΙ. = κιρσός, varicocele, ἰξίην Ἱππ. 1240D (κοινὴ γραφ. ἴξιν), Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 3. 11, 15., 3. 19, 11, Προβλ. 4. 20, κ. ἀλλ.

Greek Monolingual

η (Α ἰξία) ιξός
νεοελλ.
γένος φυτών της οικογένειας ιριδίδες
αρχ.
1. ο ιξός
2. το φυτό χαμαιλέων ο λευκός
3. είδος κρητικού φυτού, η τραγάκανθα
4. ο κιρσός.

Russian (Dvoretsky)

ἰξία:
1) бот. иксия (сорное растение с изменчивым цветом листьев) Plin.;
2) варикозное расширение вены (ἰ. γίνεται αἵματος νενοσηκότος Arst.).